Είναι
ένα ερώτημα που κάποια στιγμή περνά από το μυαλό σχεδόν κάθε πιστού: Αν
ο Θεός είναι παντογνώστης, αν γνωρίζει τη ζωή μου πριν ακόμη Του
μιλήσω, αν ξέρει τις ανάγκες, τους φόβους και τις επιθυμίες μου, τότε
γιατί να προσεύχομαι; Γιατί να Του ζητώ κάτι που ήδη γνωρίζει;
Το παράδοξο είναι ότι την ίδια ακριβώς απορία φαίνεται να προλαβαίνει ο ίδιος ο Χριστός: «Οἶδεν γὰρ ὁ Πατὴρ ὑμῶν ὧν χρείαν ἔχετε πρὸ τοῦ ὑμᾶς αἰτῆσαι αὐτόν» Ο Πατέρας σας γνωρίζει τι χρειάζεστε πριν ακόμη Του το ζητήσετε. Και αμέσως μετά ο Χριστός λέει: «Οὕτως οὖν προσεύχεσθε ὑμεῖς· Πάτερ ἡμῶν…» Εδώ βρίσκεται ολόκληρη η απάντηση.
Ο
Χριστός δεν λέει: «Αφού ο Πατέρας γνωρίζει, δεν χρειάζεται να
προσεύχεστε». Λέει ακριβώς το αντίθετο: Γνωρίζει ο Πατέρας σας γι’ αυτό
εσείς προσεύχεστε.
Γιατί η προσευχή δεν υπάρχει για να πληροφορήσουμε τον Θεό.
Υπάρχει για να κοινωνήσουμε μαζί Του.
Ο Θεός δεν περιμένει να Του πούμε τι μας συμβαίνει
Όταν ένας άνθρωπος γονατίζει και λέει: «Θεέ μου, πονάω», ο Θεός δεν το μαθαίνει εκείνη τη στιγμή.
Το γνώριζε.
Όταν Του λέει: «Φοβάμαι», ο Θεός γνωρίζει ήδη τον φόβο του.
Όταν Του λέει: «Βοήθησέ με, δεν αντέχω», Εκείνος γνωρίζει ακόμη και όσα ο άνθρωπος δεν μπορεί να εκφράσει με λόγια.
Άρα η προσευχή δεν είναι ενημέρωση προς τον ουρανό. Δεν προσευχόμαστε για να αλλάξει η γνώση του Θεού. Προσευχόμαστε για να ανοίξει η καρδιά μας στον Θεό. Υπάρχει τεράστια διαφορά.
Ένας
πατέρας μπορεί να γνωρίζει ότι το παιδί του υποφέρει. Αυτό όμως δεν
κάνει περιττή τη στιγμή που το παιδί θα έρθει και θα του πει: «Πατέρα,
πονάω».
Γιατί εκείνη τη στιγμή δεν μεταδίδεται απλώς μια πληροφορία. Δημιουργείται σχέση.
Αυτό ακριβώς είναι η προσευχή. Η προσευχή δεν είναι κατάλογος αιτημάτων
Πολλές φορές έχουμε περιορίσει την προσευχή στο «δώσε μου».
Δώσε μου υγεία. Βοήθησέ με στη δουλειά. Φύλαξε το παιδί μου. Λύσε το πρόβλημά μου. Κάνε να πάνε όλα καλά.
Όλα αυτά μπορούν να έχουν θέση στην προσευχή. Ο ίδιος ο Χριστός μάς δίδαξε να ζητούμε ακόμη και «τὸν ἄρτον ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον».
Αλλά η προσευχή είναι κάτι πολύ μεγαλύτερο από ένα αίτημα.
Είναι παρουσία. Είναι το πλάσμα που στέκεται απέναντι στον Δημιουργό του και λέει: «Είμαι εδώ. Και ξέρω ότι είσαι κι Εσύ εδώ».
Γι’ αυτό υπάρχουν στιγμές κατά τις οποίες η βαθύτερη προσευχή δεν έχει ούτε πολλά λόγια ούτε αιτήματα.
Μπορεί να είναι ένα «Κύριε, ελέησον». Ένα «Δόξα σοι, ο Θεός». Ένα «Γενηθήτω τὸ θέλημά Σου». Ακόμη και μια σιωπή ενώπιον του Θεού.
Τότε γιατί ο Χριστός λέει «ζητεῖτε»;
Εδώ γεννιέται ένα δεύτερο ερώτημα.
Αφού ο Θεός γνωρίζει, γιατί ο Χριστός μάς λέει: «Αἰτεῖτε, καὶ δοθήσεται ὑμῖν· ζητεῖτε, καὶ εὑρήσετε· κρούετε, καὶ ἀνοιγήσεται ὑμῖν»;
Επειδή με το να ζητά ο άνθρωπος, μαθαίνει να στρέφεται προς τον Θεό. Η προσευχή είναι πράξη ελευθερίας.
Ο Θεός δεν θέλει να μεταχειρίζεται τον άνθρωπο σαν ένα άβουλο πλάσμα στο οποίο απλώς επιβάλλει τα πάντα. Μας καλεί σε σχέση, σε συνεργία, σε εμπιστοσύνη.
Το «Κύριε, βοήθησέ με» κρύβει μέσα του κάτι πολύ μεγαλύτερο από ένα αίτημα.
Κρύβει μια ομολογία: «Δεν είμαι αυτάρκης. Σε χρειάζομαι».
Και ίσως αυτή να είναι μία από τις δυσκολότερες προσευχές για τον σύγχρονο άνθρωπο.
«Και γιατί πολλές φορές δεν μου δίνει αυτό που ζητώ;»
Εδώ βρίσκεται ίσως η πιο επώδυνη πλευρά της προσευχής.
Υπάρχουν άνθρωποι που προσευχήθηκαν πολύ. Για έναν άρρωστο που τελικά έφυγε. Για έναν γάμο που τελικά διαλύθηκε. Για ένα παιδί που δεν επέστρεψε. Για μια πόρτα που δεν άνοιξε ποτέ.
Και τότε έρχεται το ερώτημα: «Αφού μου είπες να ζητώ, γιατί δεν μου έδωσες;»
Δεν υπάρχει εύκολη απάντηση στον ανθρώπινο πόνο και η Εκκλησία δεν πρέπει να προσφέρει εύκολες θρησκευτικές εξηγήσεις εκεί όπου υπάρχει δάκρυ.
Υπάρχει όμως κάτι που πρέπει να θυμόμαστε:
Ο Χριστός δεν μας δίδαξε ότι προσευχή σημαίνει πως ο Θεός θα πραγματοποιεί κάθε επιθυμία μας. Μας δίδαξε κάτι βαθύτερο.
Στη Γεθσημανή ο ίδιος ο Χριστός προσεύχεται: «Πάτερ μου, εἰ δυνατόν ἐστι, παρελθέτω ἀπ’ ἐμοῦ τὸ ποτήριον τοῦτο».
Και αμέσως προσθέτει: «πλὴν οὐχ ὡς ἐγὼ θέλω, ἀλλ’ ὡς σύ» (Ματθ. 26,39).
Να λοιπόν η κορυφή της προσευχής.
Να μπορώ να πω στον Θεό ακριβώς τι θέλω, τι φοβάμαι, τι με πονά, τι λαχταρώ αλλά στο τέλος να μπορώ να ψιθυρίσω:
«Όχι όπως θέλω εγώ, αλλά όπως Εσύ».
Αυτό δεν είναι μοιρολατρία. Είναι εμπιστοσύνη.
Η προσευχή αλλάζει τον Θεό;
Όχι με την έννοια ότι ο Θεός ήταν αδιάφορος και εμείς Τον πείσαμε να γίνει καλός.
Ο Θεός δεν χρειάζεται να πειστεί να μας αγαπήσει. Μας αγαπά πριν Του το ζητήσουμε.
Η προσευχή αλλάζει πρωτίστως εμάς.
Προσεύχομαι για τον άνθρωπο που με αδίκησε και σιγά σιγά αλλάζει η δική μου καρδιά.
Προσεύχομαι μέσα στη δοκιμασία και ίσως η δοκιμασία να μη φύγει αμέσως, αλλά αποκτώ δύναμη να τη σηκώσω.
Προσεύχομαι ζητώντας κάτι συγκεκριμένο και, μέσα στην πορεία, μπορεί να ανακαλύψω ότι εκείνο που πραγματικά χρειαζόμουν ήταν διαφορετικό από εκείνο που ζητούσα.
Γι’ αυτό η προσευχή δεν είναι μηχανισμός με τον οποίο ελέγχουμε τον Θεό.
Είναι ο δρόμος μέσα από τον οποίο μαθαίνουμε να εμπιστευόμαστε τον Θεό.
«Μα αφού ξέρει ακόμη και τι θα πω…»
Ναι. Ξέρει. Όπως ήξερε πού βρισκόταν ο Αδάμ και όμως τον ρώτησε: «Ἀδάμ, ποῦ εἶ;»
Ο Θεός δεν ρωτούσε επειδή είχε χάσει τον Αδάμ.
Ρωτούσε για να μπορέσει ο Αδάμ να σταθεί απέναντί Του.
Έτσι και στην προσευχή. Ο Θεός γνωρίζει πού βρίσκεσαι.
Το ερώτημα είναι εάν εσύ γνωρίζεις πού βρίσκεσαι απέναντι στον Θεό.
Και όταν δεν μπορώ να προσευχηθώ;
Υπάρχουν και αυτές οι ημέρες. Ημέρες που δεν υπάρχουν λόγια. Που ανοίγεις το στόμα σου και δεν βγαίνει τίποτε. Που η πίστη σου είναι κουρασμένη. Που ακόμη και το «Κύριε, ελέησον» μοιάζει βαρύ. Μην πιστεύεις ότι τότε ο Θεός δεν σε ακούει.
Ο Απόστολος Παύλος γράφει ότι «τὸ Πνεῦμα συναντιλαμβάνεται ταῖς ἀσθενείαις ἡμῶν» και μεσιτεύει «στεναγμοῖς ἀλαλήτοις» (Ρωμ. 8,26).
Υπάρχει λοιπόν και προσευχή χωρίς λέξεις.
Υπάρχει το δάκρυ. Υπάρχει ο στεναγμός. Υπάρχει ακόμη και εκείνο το: «Θεέ μου, δεν ξέρω τι να Σου πω».
Και ίσως μερικές φορές αυτή να είναι από τις πιο αληθινές προσευχές μας.
Τελικά, γιατί να προσεύχομαι;
Όχι επειδή ο Θεός δεν γνωρίζει. Αλλά επειδή εγώ χρειάζομαι να Τον γνωρίσω.
Όχι για να Του υπενθυμίσω τις ανάγκες μου. Αλλά για να θυμηθώ ότι δεν είμαι μόνος μέσα στις ανάγκες μου.
Όχι για να Τον πείσω να με αγαπήσει. Αλλά για να ανοίξω την καρδιά μου στην αγάπη που ήδη μου προσφέρει.
Όχι για να γίνει το δικό μου θέλημα στον ουρανό. Αλλά για να μπορέσει λίγο λίγο ο ουρανός να κατοικήσει μέσα μου.
Ο Θεός γνωρίζει τι χρειάζεσαι πριν Του το ζητήσεις. Γνωρίζει και εκείνο που δεν τολμάς να ζητήσεις. Γνωρίζει ακόμη και εκείνο που δεν γνωρίζεις εσύ ότι χρειάζεσαι. Κι όμως περιμένει την προσευχή σου.
Όχι επειδή Του λείπει η πληροφορία. Αλλά επειδή θέλει εσένα.
Ίσως λοιπόν το μεγαλύτερο θαύμα της προσευχής να μην είναι πάντοτε ότι παίρνω αυτό που ζήτησα.
Ίσως το μεγαλύτερο θαύμα να είναι ότι, ενώ ξεκίνησα την προσευχή ζητώντας κάτι από τον Θεό, στο τέλος ανακάλυψα ότι περισσότερο από όλα… χρειαζόμουν τον ίδιο τον Θεό.
Αρχιμ. Χριστόδουλος
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου