Κάθε χρόνο τέτοια εποχή το σπιτάκι του παππού στην Αίγινα ξεχνάει πως είναι σπίτι και γίνεται απλωταριά. Οι φυστικιές φορτωμένες σκύβουν πάνω από την αυλή σαν να θέλουν να ακούσουν τι γίνεται κάτω, και τα τσαμπιά τους, πράσινα και ρόδινα, μισανοιγμένα, κρέμονται βαριά και μυρίζουν ρητίνη και καλοκαίρι.
Από το πρωί τα χέρια βάφονται από τα φύλλα, τα καλάθια γεμίζουν και αδειάζουν πάνω στα ξύλινα τραπέζια, οι ψάθες στρώνονται και όλη η αυλή μοσχοβολάει φρέσκο καρπό που στεγνώνει στον ήλιο δίπλα στα ξερά λεβάντα και τα δεμάτια ρίγανη κρεμασμένα στον πέτρινο τοίχο και όταν πέφτει ο ήλιος και τα μπλε παραθυρόφυλλα βάφονται χρυσά, έρχεται η ώρα που κανείς δεν χρειάζεται να πει τίποτα.
Απλώνονται τα σινιά, τα παλιά τα σκαλιστά, και πάνω τους ακουμπάει ό,τι έχει το νησί. Λευκό τυρί με λάδι που μόλις έχει γυαλίσει από τον ήλιο, ελιές γυαλιστερές, ντολμαδάκια σφιχτοδεμένα, τζατζίκι με μια σταγόνα λάδι στη μέση σαν μικρό μάτι, ψωμί χωριάτικο και δίπλα το μπουκάλι με τη σούμα που είναι θολή και δυνατή και μυρίζει σύκο και φωτιά.
Ένα ποτηράκι αρκεί για να ανάψει το γέλιο και να απλωθεί η κουβέντα μέχρι αργά, με τα καπέλα ριγμένα στις καρέκλες και τα χέρια ακόμα αλατισμένα από τις φυστίκες.
Έτσι
κυλάει κάθε χρόνο, ο ίδιος κύκλος, η ίδια ευλογία. Το σπιτάκι γεμίζει
ανθρώπους όπως γεμίζουν τα τραπέζια με καρπούς, και στο τέλος της μέρας
κανείς δεν μετράει πόσα κιλά μαζεύτηκαν, παρά μόνο πόσα σινιά άδειασαν
και γέμισαν ξανά, πόση σκιά έριξαν οι φυστικιές και πόση γεύση έμεινε
στα δάχτυλα από το λάδι, το λεμόνι και το αλάτι της Αίγινας.
Άννα Δανάλη
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου