Κάθε Αύγουστο, λίγο πριν από τον Δεκαπενταύγουστο, άνοιγε το ίδιο συρτάρι. Έβγαζε ένα λευκό χαρτί, καθόταν μόνη της στο τραπέζι και έγραφε στην κορυφή:
«Παναγία μου…»
Και μετά άρχιζε να γράφει.
Όσα δεν μπορούσε να πει στους ανθρώπους.
Όσα φοβόταν να παραδεχτεί.
Όσα την πονούσαν βαθιά.
Έγραφε για το παιδί που είχε φύγει μακριά.
Για εκείνον που περίμενε και δεν γύρισε.
Για μια αρρώστια που δεν τολμούσε να ονομάσει.
Για μια προσευχή που χρόνια τώρα έμοιαζε να μην έχει απάντηση.
Και κάποιες φορές σταματούσε.
Όχι επειδή δεν είχε άλλα να γράψει.
Αλλά επειδή τα δάκρυα είχαν αρχίσει να πέφτουν πάνω στο χαρτί.
Οι λέξεις θόλωναν. Το μελάνι άνοιγε. Κάποιες προτάσεις δεν διαβάζονταν πια. Μουτζούρες από δάκρυα. Κανείς δεν τις είδε ποτέ. Μόνο Εκείνη. Η Παναγία.
Εκείνη ήξερε τι κρυβόταν πίσω από κάθε μουτζούρα.
Ήξερε ποια λέξη είχε σβήσει το δάκρυ.
Ήξερε ποιο όνομα είχε γραφτεί και μετά διαγραφεί.
Ήξερε ακόμη κι εκείνα που δεν πρόλαβε ποτέ να γράψει.
Κάθε χρόνο δίπλωνε το γράμμα και το έκλεινε σε έναν φάκελο.
Δεν το έστειλε ποτέ.
Γιατί ήξερε πως η Παναγία το είχε ήδη διαβάσει.
Χρόνια αργότερα, όταν εκείνη έφυγε από την ζωή, τα παιδιά της βρήκαν στο συρτάρι δεκάδες φακέλους.
Τους άνοιξαν.
Και διάβασαν την ζωή της μέσα από τα γράμματά της.
Και τότε κατάλαβαν κάτι που δεν είχαν καταλάβει ποτέ:
Η μητέρα τους δεν ήταν τόσο δυνατή όσο νόμιζαν.
Απλώς κάθε φορά που λύγιζε,
είχε κάποιον να ακουμπήσει τον πόνο της.
Την Παναγία.
Και ίσως αυτό να είναι η πιο όμορφη προσευχή:
Να μπορείς να πεις στην Παναγία αυτά που δεν μπορείς να πεις σε κανέναν.
Ακόμη κι αν το χαρτί γεμίσει μουτζούρες.
Ακόμη κι αν τα λόγια χαθούν μέσα στα δάκρυα.
Εκείνη θα τα διαβάσει.
Γιατί υπάρχουν δάκρυα που δεν χρειάζονται μετάφραση.
Η Παναγία τα καταλαβαίνει όλα.
Εκ της συντακτικής ομάδας του: Ιερός Ναός Αγίου Κωνσταντίνου Κολωνού
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου