«Ξέρετε τι είναι μεγάλο πράγμα; Να βλέπεις έναν νέο άνθρωπο γονατισμένο μπροστά στην Αγία Τράπεζα και να ακούς:
«Ἡ θεία Χάρις, ἡ πάντοτε τὰ ἀσθενῆ θεραπεύουσα καὶ τὰ ἐλλείποντα ἀναπληροῦσα…»
Από την πρώτη στιγμή η Εκκλησία λέει όλη την αλήθεια. Δεν χειροτονεί έναν τέλειο.
Παίρνει έναν άνθρωπο με τα ασθενή και τα ελλείποντά του και επικαλείται επάνω του τη Χάρη.
Αυτό να το θυμόμαστε όταν αργότερα βλέπουμε τις αδυναμίες των κληρικών. Δεν ανακαλύψαμε εμείς κάτι που αγνοούσε ο Θεός.
Το γνώριζε. Και όμως τον κάλεσε.
Γιατί
έτσι εργάζεται ο Θεός από την αρχή. Παίρνει το ανθρώπινο και δεν το
πετά επειδή είναι ατελές. Το καθαρίζει, το σηκώνει, το μεταμορφώνει και
το κάνει τόπο της παρουσίας Του.
Ε, αυτό είναι Εκκλησία. Όχι μια συγκέντρωση ανθρώπων που τα κατάφεραν. Άνθρωποι που αφήνουν τον Θεό να κάνει μέσα στην αδυναμία τους κάτι που μόνοι τους δεν θα μπορούσαν ποτέ να κάνουν.
Και δόξα τω Θεώ, αυτό συνεχίζεται. Έχουμε επισκόπους που χειροτονούν.
Στην
Ελλάδα και στο εξωτερικό. Σε μεγάλες μητροπόλεις και σε μικρές
κοινότητες. Νέα παιδιά προσέρχονται ακόμη στην Ιεροσύνη. Μορφωμένα
παιδιά, οικογενειάρχες, άνθρωποι με δυνατότητες και δρόμους ανοιχτούς
μπροστά τους, που κάποια στιγμή ακούνε μέσα τους εκείνο το «Ἀκολούθει
μοι».
Να χαιρόμαστε γι’ αυτό. Γιατί ακούμε συχνά: «Δεν υπάρχουν κλήσεις». Ποιος το είπε;
Ο Θεός δεν σταμάτησε να καλεί. Μήπως εμείς σταματήσαμε να ακούμε;
Κάποτε
ένα παιδί μεγάλωνε και ήξερε ότι ανάμεσα στους δρόμους που μπορεί να
ανοίξει μπροστά του υπάρχει και αυτός: να προσφέρει ολόκληρη τη ζωή του
στον Θεό.
Σήμερα του μιλάμε για όλα. Τι θα σπουδάσει. Πού θα εργαστεί. Πόσα θα κερδίζει. Πού θα ζήσει. Τι προοπτικές έχει. Καλά είναι αυτά.
Αλλά ποιος το ρωτά: «Παιδί μου, εσύ τι νομίζεις ότι ζητά ο Θεός από σένα;»
Μπορεί να μη ζητά την Ιεροσύνη. Μπορεί να το θέλει μέσα στον γάμο, στην επιστήμη, στην εργασία, μέσα στον κόσμο. Αλλά αφήστε ανοιχτή και την άλλη πόρτα. Μην τη σφραγίζετε πριν ακόμη μιλήσει ο Θεός. Και προσέχετε πώς μιλάτε για τους κληρικούς μπροστά στα παιδιά.
Δεν λέω να κρύβουμε το κακό. Το
κακό δεν αγιάζεται επειδή το έκανε κληρικός. Αν υπάρχει αδικία, πρέπει
να διορθωθεί. Αν άνθρωπος πληγώνεται, πρέπει να προστατευθεί.
Αλλά άλλο η διάκριση και άλλο η κατάκριση. Η διάκριση πονά για το λάθος. Η κατάκριση χαίρεται λίγο που το βρήκε. Εκεί να προσέξουμε.
Γιατί μπορεί να νομίζεις ότι υπερασπίζεσαι την Εκκλησία και να τρέφεις μέσα σου θυμό. Και μπορεί να νομίζεις ότι την καθαρίζεις, ενώ απλώς έμαθες να κοιτάζεις συνέχεια τις πληγές της.
Οι Πατέρες δεν μας είπαν να μην κατακρίνουμε για να προστατεύσουν την υπόληψη των κληρικών. Το είπαν για να προστατεύσουν την καρδιά μας. Γιατί όταν συνηθίσει η καρδιά να βλέπει πρώτα το ελάττωμα, κάποια στιγμή δεν μπορεί πια να δει το μυστήριο. Και τότε μπορεί να μπαίνεις στην εκκλησία και αντί να βλέπεις θυσιαστήριο να βλέπεις τον παπά. Αντί να ακούς το Ευαγγέλιο, να σκέφτεσαι τον χαρακτήρα εκείνου που το διάβασε.
Αντί να περιμένεις τον Χριστό, να εξετάζεις αν ο λειτουργός Του ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις σου. Και στο τέλος φεύγεις από τον Χριστό εξαιτίας ενός ανθρώπου. Τι κέρδισε τότε ο πειρασμός; Όχι τον παπά. Εσένα.
Γι’ αυτό να προσεύχεστε για τους επισκόπους. Για τους ιερείς. Για τους μοναχούς. Όχι επειδή είναι καλύτεροι από εσάς. Επειδή χρειάζονται περισσότερο την προσευχή σας.
Ο άνθρωπος που στέκεται μπροστά για να δείχνει προς τον Θεό κινδυνεύει περισσότερο να νομίσει κάποτε ότι οι άνθρωποι κοιτάζουν εκείνον.
Μεγάλος πειρασμός. Και μεγάλη μοναξιά. Να τους αγαπάτε λοιπόν. Όχι να τους εξιδανικεύετε. Η εξιδανίκευση λέει: «Να είσαι όπως σε θέλω, για να σε αγαπώ».
Η εκκλησιαστική αγάπη λέει: «Ξέρω ότι αγωνίζεσαι. Θα αγωνιστώ κι εγώ μαζί σου».
Γιατί δεν έχουμε απέναντί μας την Εκκλησία. Είμαστε Εκκλησία. Και εδώ βρίσκεται το μεγάλο θέμα των κλήσεων. Θέλουμε καλύτερους ιερείς; Να φτιάξουμε καλύτερες κοινότητες. Ο ιερέας αρχίζει να γεννιέται πολλά χρόνια πριν από τη χειροτονία του. Μέσα σε ένα σπίτι όπου η προσευχή δεν είναι ντροπή. Μέσα σε μια ενορία όπου είδε ανθρώπους να συγχωρούν. Κοντά σε έναν ιερέα που του έδειξε ότι η Ιεροσύνη δεν είναι εξουσία αλλά προσφορά. Μπροστά σε μια Αγία Τράπεζα όπου αισθάνθηκε για πρώτη φορά ότι ο κόσμος δεν τελειώνει σε αυτό που βλέπουμε.
Και κάποτε μπορεί να ακούσει: «Εσύ». Εκεί χρειάζεται μεγάλη λεπτότητα. Μην τον σπρώξετε. Αλλά μη τον τραβήξετε πίσω. Αφήστε τον Θεό και το παιδί να μιλήσουν. Και αν είναι αληθινή κλήση, δώστε παιδιά. Τα καλά παιδιά. Τα μορφωμένα. Τα γενναία. Εκείνα που έχουν δυνατότητες. Όχι ό,τι μας περίσσεψε. Στον Θεό δεν προσφέρουμε το περίσσευμα. Από τα πρώτα και τα καλύτερα πρόσφερε πάντοτε ο άνθρωπος στον Θεό. Και «δώστε» δεν σημαίνει ότι τα παιδιά είναι δικά μας. Το αντίθετο.
Δίνω σημαίνει ότι κατάλαβα επιτέλους πως δεν μου ανήκει. Ούτε το παιδί. Ούτε η ζωή του. Ούτε η δική μου ζωή. Όλα τα παραλάβαμε. Και αυτό είναι το μεγάλο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας: παραλαμβάνεις από τον Θεό και επιστρέφεις στον Θεό. «Τὰ σὰ ἐκ τῶν σῶν».
Τίποτε δικό μας. Ούτε το ψωμί. Ούτε το κρασί. Ούτε το παιδί. Ούτε η ανάσα. Όλα δικά Του. Γι’ αυτό ο ιερέας βρίσκεται εκεί. Παίρνει λίγο ψωμί και λίγο κρασί και μαζί τους κουβαλά ολόκληρο τον κόσμο. Κουβαλά ονόματα.
Αυτό να το σκεφτείτε. Κάθε πρωί, κάπου, ένας παπάς βγάζει μικρά κομματάκια από το πρόσφορο και λέει ονόματα. Τον άρρωστο. Το παιδί που έφυγε. Τη μάνα που φοβάται. Εκείνον που πέθανε και δεν τον θυμάται πια κανείς. Τον άνθρωπο που του είπε χθες «πάτερ, προσευχήσου για μένα».
Ονόματα. Και τα βάζει δίπλα στον Αμνό. Αυτό είναι η Ιεροσύνη. Να παραλαμβάνεις ανθρώπους και να τους πηγαίνεις στον Χριστό. Γι’ αυτό χρειαζόμαστε ιερείς. Όχι για να συνεχιστεί ένας μηχανισμός. Όχι για να μη μείνουν κενές οργανικές θέσεις. Αλλά για να συνεχίσει να υπάρχει μέσα στον κόσμο κάποιος που θα παίρνει τα ονόματά μας και θα τα βάζει δίπλα στον Αμνό.
Δόξα τω Θεώ λοιπόν. Έχουμε επισκόπους που χειροτονούν. Έχουμε παιδιά που προσέρχονται. Να παρακαλούμε μόνο να έχουμε οικογένειες που δεν θα φοβηθούν όταν ο Θεός περάσει από το σπίτι τους.
Και αν κάποτε ένα παιδί πει: «Νομίζω ότι με καλεί», μη βιαστείτε ούτε να χαρείτε ούτε να φοβηθείτε. Κάντε λίγο χώρο. Και πείτε: «Κύριε, αν είναι δικό Σου, πάρε το».
Γιατί μπορεί μια μάνα να νομίζει εκείνη την ώρα ότι δίνει έναν γιο. Και ύστερα από χρόνια να βλέπει ανθρώπους να πλησιάζουν το παιδί της με τα βάσανά τους, τα παιδιά τους, τους νεκρούς τους, τις αμαρτίες τους, τα ονόματά τους. Και τότε θα καταλάβει. Δεν έχασε έναν γιο. Έδωσε στην Εκκλησία έναν άνθρωπο για να θυμάται ενώπιον του Θεού εκείνους που ο κόσμος ξεχνά.»
μ. Θεόκτιστος ο Κρης
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου