Στη Γεννησαρέτ, ύστερα από μία νύχτα άκαρπης αλιείας, ο Χριστός εισέρχεται στο πλοίο του Σίμωνος, διδάσκει από εκεί το πλήθος και ζητεί κατόπιν την επιστροφή στα βαθιά.
Ακολουθούν η αλιεία που υπερβαίνει κάθε προσδοκία, η πτώση του Πέτρου στα γόνατα, το «μὴ φοβοῦ», η αποστολική κλήση και, σχεδόν ακατανόητα, η εγκατάλειψη των γεμάτων πλοίων.
Η ευαγγελική διήγηση δεν παραδίδει επομένως ένα ακόμη θαύμα θείας παντοδυναμίας, αλλά μια εξαιρετικά πυκνή θεολογία του προσώπου, της ελευθερίας και της αποστολής. Το αποφασιστικό γεγονός δεν είναι ότι οι αλιείς απέκτησαν εκείνο που στερήθηκαν ολόκληρη τη νύχτα, αλλά ότι, όταν επιτέλους το απέκτησαν, έπαψε να μπορεί να θεμελιώσει την ύπαρξή τους.
«Δι᾿ ὅλης τῆς νυκτὸς κοπιάσαντες οὐδὲν ἐλάβομεν». Η εμπειρία έχει ήδη μιλήσει και η επαγγελματική γνώση διαθέτει επαρκή δεδομένα για να θεωρήσει μια νέα απόπειρα μάταιη. Καμία περιφρόνηση της ανθρώπινης γνώσεως δεν υποκρύπτεται στην εντολή του Χριστού, όπως καμία χριστιανική πίστη δεν θεμελιώνεται στην αποθέωση του ανορθολογικού.
Αμφισβητείται κάτι πολύ βαθύτερο, η αξίωση του πεπερασμένου να μετατρέπει τα όρια της εμπειρίας του σε όρια του πραγματικού. «Ἐπὶ δὲ τῷ ῥήματί σου χαλάσω τὸ δίκτυον». Ο Πέτρος δεν γνωρίζει ξαφνικά περισσότερα για τη λίμνη. Παύει όμως να θεωρεί όσα γνωρίζει ως έσχατη δυνατότητα όσων μπορούν να συμβούν.
Η πίστη εμφανίζεται έτσι όχι ως ιδιωτική πεποίθηση περί Θεού, αλλά ως μεταβολή του ίδιου του τρόπου με τον οποίο συγκροτείται η ανθρώπινη ύπαρξη. Όσο το πρόσωπο αυτοθεμελιώνεται στην αυτάρκεια της φύσεως, της γνώσεως, των ικανοτήτων, της κοινωνικής αναγνωρίσεως ή της ηθικής του επάρκειας, παραμένει αιχμάλωτο εκείνων ακριβώς που νομίζει ότι κατέχει.
Η ελευθερία δεν είναι απεριόριστη αυτοδιάθεση ενός κυρίαρχου ατόμου, αλλά δυνατότητα εκστάσεως από την αναγκαιότητα του ήδη δεδομένου, δυνατότητα να υπάρχω επειδή με καλεί ένας άλλος και όχι επειδή κατορθώνω να εξασφαλίσω μόνος το νόημά μου.
Ο άνθρωπος γίνεται πρόσωπο όχι κλειδώνοντας την ταυτότητά του, αλλά δεχόμενος ότι η αλήθεια του γεννιέται μέσα στην κοινωνία.
Η αλιεία που ακολουθεί θα μπορούσε εύκολα να διαβαστεί ως θρησκευτική ανταμοιβή της υπακοής, εάν ο Λουκάς δεν κατέστρεφε αμέσως μια τόσο βολική ερμηνεία. Τα δίχτυα σχίζονται, τα δύο πλοία κινδυνεύουν να βυθιστούν, ολόκληρη η επαγγελματική αποτυχία της νύχτας αντιστρέφεται μέσα σε λίγες στιγμές και ο Πέτρος δεν πανηγυρίζει.
Γονατίζει. «Ἔξελθε ἀπ᾿ ἐμοῦ, ὅτι ἀνὴρ ἁμαρτωλός εἰμι, Κύριε». Η αφθονία δεν τον πείθει για τη σπουδαιότητά του, αλλά τον απογυμνώνει από αυτήν, επειδή το δώρο αποκαλύπτει ξαφνικά τον Δωρητή και καθιστά αδύνατη την αυτάρεσκη ιδιοποίηση του θαύματος.
Η αμαρτία αποκτά εδώ περιεχόμενο βαθύτερο από την παράβαση ενός ηθικού κώδικα, χωρίς φυσικά να χάνει την ηθική της σοβαρότητα. Φανερώνει την τραγική αδυναμία του ανθρώπου να αντέξει την κοινωνία όταν έχει μάθει να υπάρχει μέσα από την αυτάρκεια, την κατοχή και την αυτοδικαίωση.
Ο Πέτρος ζητεί από τον Χριστό απόσταση ακριβώς τη στιγμή κατά την οποία ο Χριστός τού προσφέρει εγγύτητα. Το «μὴ φοβοῦ» αρνείται αυτή την απόσταση χωρίς να ακυρώνει την ελευθερία του, επειδή η χάρη δεν εξουδετερώνει το πρόσωπο αλλά το ελευθερώνει από την ανάγκη να είναι οριστικά αυτό που μέχρι εκείνη τη στιγμή υπήρξε.
Κανένα ανθρώπινο πρόσωπο, επομένως, δεν εξαντλείται στο παρελθόν του. Ούτε η αμαρτία διαθέτει το οντολογικό κύρος να γίνει το τελευταίο όνομα ενός ανθρώπου, όσο πραγματική, βαριά ή καταστροφική κι αν υπήρξε. Το κατ’ εικόνα δεν αποτελεί τιμητική διάκριση των ηθικώς επιτυχημένων, αλλά ανεξάλειπτη δυνατότητα κοινωνίας, γι’ αυτό η πατερική ανθρωπολογία αρνείται να ταυτίσει το πρόσωπο με οποιοδήποτε πεπερασμένο κατηγόρημα.
Ο άλλος παραμένει περισσότερο από όσα γνωρίζουμε γι’ αυτόν, περισσότερο ακόμη από όσα ο ίδιος γνωρίζει για τον εαυτό του, επειδή το έσχατο νόημά του βρίσκεται στην κλήση του Θεού και όχι στην ανθρώπινη αποτίμηση.
Μόνο ύστερα από αυτή τη συντριβή ακούγεται το «ἀπὸ τοῦ νῦν ἀνθρώπους ἔσῃ ζωγρῶν». Η σειρά έχει αποφασιστική σημασία. Ο Πέτρος δεν αποστέλλεται επειδή απέκτησε θρησκευτική υπεροχή έναντι των άλλων, ούτε επειδή ολοκλήρωσε κάποια διαδικασία πνευματικής τελειοποιήσεως. Αποστέλλεται αφού προηγουμένως ο ίδιος έγινε τόπος της αποστολής του Χριστού.
Προτού κληθεί να αναζητήσει οποιονδήποτε άνθρωπο, κάποιος αναζήτησε εκείνον, εισήλθε στο πλοίο του, αμφισβήτησε τις βεβαιότητές του, τον οδήγησε στα γόνατα και αρνήθηκε να τον εγκαταλείψει όταν εκείνος ζήτησε απόσταση.
Ο πρώτος άνθρωπος της ιεραποστολής είναι λοιπόν ο ίδιος ο ιεραπόστολος. Η παραδοχή αυτή ανατρέπει κάθε ασφαλή διάκριση ανάμεσα σε εκείνους που κατέχουν ήδη τη σωτηρία και στους άλλους που περιμένουν να τη δεχθούν από αυτούς. Κανείς δεν εξέρχεται προς τον κόσμο ως ολοκληρωμένος κάτοχος του Χριστού, επειδή ο ίδιος παραμένει μέχρι τέλους άνθρωπος καλούμενος, θεραπευόμενος, συγχωρούμενος, άνθρωπος που χρειάζεται διαρκώς να ακούει το «μὴ φοβοῦ». Η Εκκλησία δεν διαθέτει το Ευαγγέλιο όπως διαθέτει έναν θησαυρό αποθηκευμένο στην κατοχή της. Βρίσκεται η ίδια αδιάκοπα υπό την κρίση, την κλήση και την ανακαίνισή του.
Το «ζωγρῶν» χρειάζεται γι’ αυτό να διατηρήσει για λίγο την αρχική του γλωσσική τραχύτητα, αντί να εξαντληθεί στο συμβατικό «θα ψαρεύεις ανθρώπους». Η λέξη φέρει τη σημασία της συλλήψεως ζωντανού ανθρώπου και της διατηρήσεώς του στη ζωή, αντιστρέφοντας εκ των έσω τη φυσική κατάληξη της αλιευτικής εικόνας.
Ο ιχθύς εξέρχεται από το νερό και πεθαίνει, ενώ ο άνθρωπος προς τον οποίο αποστέλλεται ο Απόστολος καλείται να εξέλθει από τη νέκρωση προς την πληρότητα της ζωής. Η ιεραποστολή δεν αποσκοπεί συνεπώς στην απόκτηση ανθρώπων από την Εκκλησία, αλλά στη μη απώλεια κανενός ανθρώπου από τη ζωή.
Η διαφορά είναι θεολογικά τεράστια. Στην πρώτη περίπτωση το κέντρο παραμένει ο θεσμός που αυξάνεται, καταμετρά, επεκτείνεται και επιβεβαιώνει μέσα από τους αριθμούς την αποτελεσματικότητα της παρουσίας του. Στη δεύτερη περίπτωση το κέντρο μετατοπίζεται προς το ανεπανάληπτο πρόσωπο, ακόμη και όταν αυτό δεν προσφέρει κανένα μετρήσιμο όφελος στην κοινωνική επιρροή ή στη δημόσια εικόνα της Εκκλησίας.
Ο Χριστός δεν παραδίδει στον Πέτρο ανθρώπους προς κατοχή. Του εμπιστεύεται υπάρξεις τις οποίες ο ίδιος ο Θεός θέλει ζωντανές, ελεύθερες και ικανές να Τον αγαπήσουν χωρίς καταναγκασμό.
Εδώ λοιπόν η ορθόδοξη οντολογία του προσώπου παύει να αποτελεί υψηλή θεολογική ορολογία και μετατρέπεται σε ανελέητο ποιμαντικό κριτήριο. Η πνευματική πατρότητα που χρειάζεται την εξάρτηση του πνευματικού τέκνου έχει ήδη διαστρέψει την πατρότητα, όπως η κατήχηση που παράγει αντίγραφα του κατηχητή έχει αποτύχει να υπηρετήσει το πρόσωπο.
Η εκκλησιαστική κοινωνία δεν απορροφά την ετερότητα μέσα σε μια θρησκευτική ομοιομορφία, επειδή κοινωνία χωρίς πραγματική ετερότητα είναι απλώς πολλαπλασιασμένη μορφή του ίδιου. Ο άλλος σώζεται ως άλλος, όχι όταν παύει να είναι άλλος.
Ο Γρηγόριος Νύσσης προσέλαβε αυτή την ανθρώπινη ανεξάντλητη δυνατότητα μέσα από την ατελεύτητη κίνηση προς τον άπειρο Θεό, αρνούμενος ουσιαστικά μια στατική αντίληψη της τελειώσεως. Καμία πνευματική κατάσταση δεν επιτρέπει στον άνθρωπο να αναπαυθεί στην κατοχή του Θεού, επειδή η μετοχή στον Άπειρο διευρύνει ακριβώς την επιθυμία αντί να την περατώνει.
Το «ἐπανάγαγε εἰς τὸ βάθος» μπορεί τότε να ακουστεί χωρίς τον ευτελισμό μιας ψυχολογικής μεταφοράς περί μεγαλύτερης προσπάθειας. Το βάθος δεν είναι περιοχή που κατακτούμε. Είναι η αδυναμία της σχέσεως με τον Θεό να μεταβληθεί ποτέ σε κεκτημένο.
Ο Μάξιμος ο Ομολογητής θα μεταφέρει αυτή τη δυναμική στην κοσμική έκταση της εν Χριστώ ανακεφαλαιώσεως, όπου η σωτηρία των διηρημένων δεν πραγματοποιείται με εξαφάνιση των διαφορών αλλά με υπέρβαση της διαιρέσεως. Η καθολικότητα της Εκκλησίας δεν σημαίνει επομένως ομοιομορφία, ούτε η ιεραποστολή δικαιούται να εξάγει ένα συγκεκριμένο πολιτισμικό πρότυπο μαζί με το Ευαγγέλιο σαν να ανήκαν αναγκαστικά το ένα στο άλλο. Γλώσσα, ιστορική μνήμη, ιδιοπροσωπία και πολιτισμός δεν αποτελούν εμπόδια που πρέπει προηγουμένως να αφαιρεθούν, αλλά πραγματικότητες που μπορούν να προσληφθούν χωρίς να συντριβούν.
Ακόμη ριζικότερα, η εμπειρία του «όλου Αδάμ», όπως ωρίμασε στη θεολογία του οσίου Σωφρονίου, καταργεί κάθε δυνατότητα να αντιμετωπίζεται ένας άνθρωπος ως μεμονωμένη ποιμαντική περίπτωση. Μέσα στον συγκεκριμένο άλλο προσέρχεται ενώπιόν μας ολόκληρο το ανθρώπινο δράμα, επειδή η εν Χριστώ αγάπη διευρύνει την προσωπική ύπαρξη μέχρι τη συμπερίληψη του πόνου ολόκληρης της ανθρωπότητας.
Ένας άνθρωπος που χάνεται δεν αποτελεί αρνητικό αριθμό σε κάποιον εκκλησιαστικό απολογισμό. Είναι ο αδελφός μέσα στον οποίο καλούμαστε να αναγνωρίσουμε τον κοινό Αδάμ που ο Χριστός προσέλαβε χωρίς εξαίρεση.
Η εξωτερική ιεραποστολή διατηρεί έτσι ολόκληρη τη θεολογική και εκκλησιαστική της αναγκαιότητα, χωρίς να επιτρέπεται πλέον να λειτουργεί ως άλλοθι για την εγκατάλειψη εκείνων που βρίσκονται γεωγραφικά δίπλα μας. Η Αφρική ή η Ασία δεν αποτελούν αυτονόητα το «έξω», όπως μια παραδοσιακά ορθόδοξη κοινωνία δεν αποτελεί αυτομάτως το εκκλησιαστικό «μέσα».
Η απόσταση από την Εκκλησία δεν μετριέται σε χιλιόμετρα, ούτε η βάπτιση, η εικόνα στο σπίτι και η παρουσία στις μεγάλες εορτές αποδεικνύουν από μόνες τους βιωμένη εκκλησιαστική σχέση. Ο σύγχρονος άνθρωπος μπορεί να κατοικεί απέναντι από τον ναό και να βρίσκεται πολιτισμικά, υπαρξιακά και γλωσσικά απείρως μακρύτερα από εκείνον που πρώτη φορά ακούει το όνομα του Χριστού.
Όμως εδώ βρίσκεται σήμερα ένα από τα δυσκολότερα ιεραποστολικά πεδία της ελληνικής Εκκλησίας. Μια μεταβαπτισματική κοινωνία εξακολουθεί να διατηρεί ισχυρές πολιτισμικές μνήμες Ορθοδοξίας, ενώ μεγάλα τμήματά της δεν γνωρίζουν πλέον πώς αυτές οι μνήμες μεταβάλλονται σε ευχαριστιακό τρόπο υπάρξεως.
Παιδιά βαπτίζονται χωρίς πραγματική μύηση στη λειτουργική ζωή, άνθρωποι επιστρέφουν στον ναό κυρίως κατά τις μεγάλες οικογενειακές μεταβάσεις, άλλοι απομακρύνθηκαν έχοντας γνωρίσει περισσότερο την απαγόρευση παρά το πρόσωπο του Χριστού. Η κατάσταση δεν ζητεί θρησκευτικό πανικό, ακόμη λιγότερο νοσταλγία για εποχές κοινωνικής κυριαρχίας της Εκκλησίας. Ζητεί εκκλησιολογική αυτοεξέταση.
Το ερώτημα δεν είναι πώς θα καταστήσουμε την Εκκλησία περισσότερο ελκυστική, επειδή μια τέτοια διατύπωση παραμένει αιχμάλωτη της λογικής ενός προϊόντος που αναζητεί αποτελεσματικότερη επικοινωνιακή διάθεση. Το ερώτημα είναι αν η ενορία αποτελεί πράγματι τόπο όπου το πρόσωπο μπορεί να υπάρξει χωρίς προηγουμένως να αποδείξει ότι αξίζει να γίνει δεκτό.
Αν ο άγνωστος αποκτά όνομα, ο μοναχικός γίνεται αντιληπτός, ο φτωχός δεν χρησιμοποιείται για την αυτοεπιβεβαίωση της φιλανθρωπίας μας και ο αμαρτωλός δεν ταυτίζεται οριστικά με την πτώση του. Εάν αυτά απουσιάζουν, καμία τεχνική σύγχρονης επικοινωνίας δεν μπορεί να υποκαταστήσει την απουσία εκκλησιαστικής κοινωνίας.
Ο επίσκοπος που εξακολουθεί να μπορεί να ακούσει χωρίς να προστατεύεται πίσω από το αξίωμα, ο πρεσβύτερος που θυμάται ένα όνομα, ο μοναχός που δεν εμπορεύεται πνευματική αυθεντία, ο λαϊκός που δεν χρησιμοποιεί την Ορθοδοξία ως ταυτότητα υπεροχής, πραγματοποιούν ήδη ιεραποστολή.
Καμία από αυτές τις πράξεις δεν διαθέτει το μεγαλείο μιας οργανωμένης εκστρατείας, διαθέτουν όμως κάτι περισσότερο εκκλησιαστικό, την αναγνώριση ότι ο άνθρωπος δεν είναι υλικό προς διαχείριση αλλά μυστήριο προς διακονία. Η θεολογία του προσώπου κρίνεται πάντοτε στη μικρότερη απόσταση ανάμεσα σε δύο ανθρώπους.
Η Ευχαριστία αποτελεί το πραγματικό μέτρο αυτής της αποστολής, επειδή η Εκκλησία δεν συγκεντρώνεται γύρω από μια κοινή ιδεολογία αλλά προσλαμβάνεται σε ένα Σώμα που κανένα μέλος δεν μπορεί να ιδιοποιηθεί. Ο Άρτος μερίζεται χωρίς να διαιρείται και η κοινωνία πραγματοποιείται χωρίς να εξαφανίζει τα πρόσωπα που κοινωνούν, φανερώνοντας έναν τρόπο ενότητας ριζικά διαφορετικό από την ομοιομορφία.
Το «ὑπὲρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς» καθιστά αδύνατη κάθε αυτάρεσκη περίκλειση της Εκκλησίας σε έναν προστατευμένο θρησκευτικό χώρο, επειδή ο κόσμος προς τον οποίο αποστέλλεται είναι ο ίδιος κόσμος για τον οποίο προσφέρεται ο Χριστός.
Ο Λουκάς θα συνεχίσει αυτή τη θεολογία στις Πράξεις, όπου η κλήση της Γεννησαρέτ θα βρει την πνευματολογική της έκταση στην Πεντηκοστή και στην πορεία «ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς». Το Άγιο Πνεύμα δεν καταργεί τις γλώσσες για να επιβάλει μία ιερή γλώσσα, αλλά καθιστά δυνατή την κοινωνία μέσα στην ίδια την πολλαπλότητά τους.
Καθένας ακούει τα μεγαλεία του Θεού στη δική του φωνή, χωρίς προηγουμένως να αποποιηθεί την ιστορία που τον συγκρότησε. Εδώ βρίσκεται ένα από τα αυστηρότερα κριτήρια κάθε χριστιανικής αποστολής: εάν για να ενταχθεί ο άλλος πρέπει πρώτα να γίνει όμοιός μας, τότε δεν του προσφέραμε Πεντηκοστή αλλά μια εκκλησιαστική εκδοχή της Βαβέλ.
Η εποχή μας απαιτεί επομένως κάτι δυσκολότερο από την εύρεση νέου λεξιλογίου. Χρειάζεται να μάθουμε τις γλώσσες ανθρώπων των οποίων η εμπειρία συγκροτήθηκε μέσα στη μοναξιά, στην αποσύνθεση σταθερών σχέσεων, στην ψηφιακή υποκατάσταση της εγγύτητας, στην οικονομική ανασφάλεια και στην εξουθενωτική απαίτηση διαρκούς αυτοκατασκευής.
Όχι για να προσαρμοστεί το Ευαγγέλιο στις εκάστοτε πολιτισμικές απαιτήσεις, αλλά επειδή η ίδια η Ενανθρώπηση απαγορεύει έναν λόγο που αρνείται να προσλάβει τη συγκεκριμένη σάρκα εκείνου προς τον οποίο απευθύνεται. Η αλήθεια που δεν μπορεί να γίνει σχέση κινδυνεύει να παραμένει ορθή και συγχρόνως απρόσιτη.
Κι έτσι ο λόγος της Γεννησαρέτ επιστρέφει εναντίον της δικής μας εκκλησιαστικής αυτάρκειας. «Δι᾿ ὅλης τῆς νυκτὸς κοπιάσαντες οὐδὲν ἐλάβομεν». Θα μπορούσε άραγε η Εκκλησία να εκφέρει αυτή την πρόταση και για ορισμένες δικές της ποιμαντικές αποτυχίες χωρίς να θεωρήσει ότι έτσι προδίδει την αλήθεια της;
Να αναγνωρίσει ανθρώπους που δεν άκουσε, γενιές στις οποίες μίλησε χωρίς πραγματικά να συνομιλήσει, πληγές που κάποτε αντιμετώπισε ως ανυπακοή και ερωτήματα που εξέλαβε ως εχθρότητα;
Η αναμαρτησία του Χριστού δεν μεταβιβάζεται αυτομάτως σε κάθε ιστορική πράξη εκείνων που φέρουν το όνομά Του. Μια τέτοια παραδοχή δεν αποτελεί εκκλησιαστική αυτοϋπονόμευση αλλά μετάνοια, και χωρίς μετάνοια καμία ιεραποστολή δεν μπορεί να είναι χριστιανική, επειδή θα ξεκινά πάντοτε από τη φαντασίωση της δικής μας επάρκειας.
Ορισμένα δίχτυα επέστρεψαν άδεια και ορισμένοι άνθρωποι έφυγαν πληγωμένοι, γεγονότα που δεν ακυρώνουν το Ευαγγέλιο αλλά απαγορεύουν να ταυτίζουμε κάθε δικό μας τρόπο με το Ευαγγέλιο.
Ο Χριστός μπορεί τότε να πει ξανά «ἐπανάγαγε εἰς τὸ βάθος», αυτή τη φορά όχι προς έναν κόσμο που θεωρούμε χαμένο αλλά προς εμάς που πιστέψαμε υπερβολικά εύκολα ότι γνωρίζουμε ήδη πώς σώζεται.
Επιστροφή λοιπόν εκεί όπου αποτύχαμε, όχι για να επαναλάβουμε ισχυρότερα όσα προηγουμένως δεν ακούστηκαν, αλλά για να αναμετρηθούμε με τη δική μας ανικανότητα πραγματικής συναντήσεως. Επιστροφή στους ανθρώπους που θεωρήσαμε αδιάφορους, στους νέους που αντιμετωπίσαμε ως πρόβλημα, σε όσους έφυγαν επειδή κάποτε η εκκλησιαστική μας παρουσία τούς έδειξε περισσότερο εξουσία παρά ελευθερία. Το «ἐπανάγαγε» δεν υπόσχεται ότι αυτή τη φορά θα δικαιωθούμε. Απαιτεί να επιστρέψουμε χωρίς την απαίτηση της δικαιώσεως, «ἐπὶ τῷ ῥήματί σου».
Η τελευταία πράξη της περικοπής ανατρέπει τελικά ακόμη και το ίδιο το θαύμα. «Καταγαγόντες τὰ πλοῖα ἐπὶ τὴν γῆν, ἀφέντες ἅπαντα ἠκολούθησαν αὐτῷ». Τα δίχτυα εγκαταλείπονται γεμάτα, όχι άδεια, τα πλοία αφήνονται ακριβώς όταν η επαγγελματική επιτυχία υπερέβη κάθε προηγούμενη προσδοκία και το θαύμα δεν μετατρέπεται σε κεφάλαιο προς αξιοποίηση.
Ο Χριστός δεν καλεί τον Πέτρο από την αποτυχία στην επιτυχία, αλλά τον περνά μέσα από την επιτυχία ώστε να τον ελευθερώσει ακόμη και από αυτήν. Η αποτυχία μπορεί να μας ταπεινώσει, η επιτυχία όμως διαθέτει τη σκοτεινότερη δυνατότητα να μας πείσει ότι δεν χρειαζόμαστε πλέον να ακολουθήσουμε κανέναν.
Εδώ κρίνεται ίσως περισσότερο από οπουδήποτε η αποστολή της Εκκλησίας.
Όχι όταν οι ναοί αδειάζουν, οι αριθμοί μειώνονται ή η κοινωνική επιρροή υποχωρεί, αλλά όταν τα δίχτυα γεμίζουν, όταν ένα έργο αναγνωρίζεται, όταν άνθρωποι προσέρχονται, όταν η δημόσια παρουσία ενισχύεται και η επιτυχία μπορεί εύκολα να μεταμφιεστεί σε απόδειξη θείας επιδοκιμασίας.
Η Εκκλησία παραμένει Εκκλησία μόνο εφόσον μπορεί ακόμη τότε να αφήσει το δώρο στην ακτή, να αρνηθεί την ιδιοποίηση εκείνων που της εμπιστεύθηκαν και να συνεχίσει πίσω από Εκείνον που δεν της υποσχέθηκε ποτέ την κατοχή του κόσμου.
Το βαθύτερο σκάνδαλο της Γεννησαρέτ δεν βρίσκεται τελικά στα ψάρια που γέμισαν δύο πλοία, αλλά στους ανθρώπους που μπόρεσαν να εγκαταλείψουν δύο γεμάτα πλοία χωρίς να θεωρήσουν ότι εγκαταλείπουν τη ζωή τους. Ανακάλυψαν πως η ζωή δεν βρισκόταν πλέον σε όσα κατείχαν, ούτε στην επιτυχία που μόλις τους χαρίστηκε, αλλά στη σχέση με Εκείνον που τους καλούσε πέρα από κάθε κατοχή.
Μια Εκκλησία μπορεί να επιβιώσει με άδεια δίχτυα και να παραμείνει πιστή, μπορεί όμως να διαθέτει γεμάτα δίχτυα, κύρος, ανθρώπους, θεσμούς, έργα και κοινωνική δύναμη και να έχει ήδη λησμονήσει γιατί βγήκε κάποτε στη θάλασσα.
Η μεγαλύτερη δοκιμασία της δεν είναι αν θα αντέξει όταν δεν πιάνει τίποτε, αλλά αν, όταν τα δίχτυα της γεμίσουν, θα εξακολουθεί να αναγνωρίζει την Φωνή που της λέει να τα αφήσει και να ακολουθήσει.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου