Ζωντανή Αναμετάδοση Ιερών Ακολουθιών

Παρασκευή 14 Αυγούστου 2026

«Παναγία μου, κράτησέ με κοντά στον Χριστό».

 Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία. 

Σήμερα, καθώς στόλιζα την εκκλησία για τη μεγάλη εορτή της Κοιμήσεως της Παναγίας μας, κατέβασα το κέντημα της Κοιμήσεώς της και το τοποθέτησα επάνω στην Αγία Τράπεζα.

Στάθηκα για λίγο μπροστά της και την προσκύνησα.
Και εκείνη τη στιγμή, μέσα στη σιωπή του ναού, άρχισαν να γεννιούνται μέσα μου λόγια και ερωτήματα. Ερωτήματα για την Κοίμησή της, για τον θάνατο και την Ανάσταση, για τη δική μου σωτηρία, για τους ανθρώπους που αγαπούμε, αλλά και για τη σωτηρία ολόκληρου του κόσμου.
Και χωρίς να το καταλάβω, τα ερωτήματα έγιναν ένας εσωτερικός διάλογος μαζί της.
Ένας διάλογος που ασφαλώς δεν διεκδικεί κάποια αποκάλυψη ή όραμα. Είναι ένας νοερός, πνευματικός διάλογος μιας ψυχής με τη Μητέρα του Κυρίου, γεννημένος από όσα η Εκκλησία μας διδάσκει και από όσα η ανθρώπινη καρδιά τολμά κάποτε να ψιθυρίσει μπροστά στην εικόνα της.
Και σκέφτηκα να τον μοιραστώ μαζί σας.
Ίσως, μέσα σε κάποια από αυτά τα ερωτήματα, αναγνωρίσετε και τα δικά σας.
" Μητέρα, πριν φύγεις… θα σωθώ; "

Σημερα προπαραμονή της Κοιμήσεως.

Ο ναός είχε άδειος
Τα καντήλια έκαιγαν μπροστά στην εικόνα της και η μυρωδιά από το λιβάνι είχε μείνει ακόμη μέσα στο Ιερό. Έξω ο κόσμος συνέχιζε κανονικά. Αυτοκίνητα, φωνές, τηλέφωνα, ειδήσεις, αγωνίες, πόλεμοι, αρρώστιες, άνθρωποι που έτρεχαν χωρίς να ξέρουν πάντοτε πού πηγαίνουν.
Κι εγώ έμεινα μόνος απέναντί της.
Την κοίταξα πολλή ώρα.
— Παναγία μου…
Σιωπή.
— μεθαύριο θα ψάλλουμε την Κοίμησή σου. Θα γεμίσουμε τον ναό λουλούδια. Θα ψάλουμε τα εγκώμιά σου. Θα μιλήσουμε για τους Αποστόλους που συγκεντρώθηκαν γύρω από την κλίνη σου, για τον Υιό σου που παρέλαβε την αγία ψυχή σου, για τον τάφο που δεν μπόρεσε να σε κρατήσει.
Κι όμως εγώ απόψε δεν ήρθα να σου μιλήσω γι’ αυτά.
Ήρθα να σε ρωτήσω κάτι για μένα.
Θα σωθώ, Παναγία μου;
Και μέσα στη σιωπή ένιωσα σαν να μου απαντούσε:
— Γιατί με ρωτάς αν θα σωθείς και δεν ρωτάς αν αγαπάς τον Υιό μου;
— Γιατί φοβάμαι.
— Τι φοβάσαι;
— Τον θάνατο. Την Κρίση. Τις αμαρτίες μου. Όσα έκανα και όσα δεν έκανα. Όσα θυμάμαι και, περισσότερο, όσα έχω ξεχάσει.
— Κι εγώ γνώρισα τον πόνο του θανάτου.
— Εσύ;
— Η Εκκλησία δεν ονομάζει τη σημερινή εορτή «θάνατό» μου. Την ονομάζει Κοίμηση. Όχι επειδή δεν πέρασα από τον θάνατο, αλλά επειδή μετά την Ανάσταση του Υιού μου ο θάνατος δεν είναι πια το τελευταίο δωμάτιο της ανθρώπινης υπάρξεως.
Είναι πόρτα.
Ο Υιός μου μπήκε μέσα στον θάνατο και τον γέμισε ζωή.
Γι’ αυτό κι εσύ, όταν κοιτάζεις έναν τάφο, μη βλέπεις μόνο χώμα.
Να θυμάσαι την Ανάσταση.
— Εύκολο είναι να το λες, Μητέρα μου..
— Όχι, παιδί μου. Δεν ήταν εύκολο ούτε για μένα να στέκομαι κάτω από τον Σταυρό.
Είδα τα χέρια που αγκάλιασα βρέφος να καρφώνονται.
Είδα το πρόσωπο που φιλούσα να γεμίζει αίματα.
Άκουσα τον κόσμο να χλευάζει Εκείνον που εγώ γνώριζα ότι ήταν η Ζωή του κόσμου.
Και δεν μου εξηγήθηκαν όλα εκείνη την ώρα.
Έμεινα σιωπηλή!!
Αυτό κάνει πολλές φορές η πίστη.
Μένει κάτω από τον Σταυρό, όταν ακόμη δεν έχει φανεί η Ανάσταση.
— Κι εγώ όμως δεν είμαι σαν εσένα.
— Ούτε σου ζητήθηκε να γίνεις εγώ.
— Είμαι αμαρτωλός.
— Γι’ αυτό ήρθε ο Υιός μου.
— Έπεσα πολλές φορές.
— Σήκω.
— Και ξανάπεσα.
— Ξανασήκω.
— Κι αν πέσω πάλι;
— Πάλι να σηκωθείς.
Τότε σώπασα.
Και ύστερα της είπα αυτό που φοβόμουν περισσότερο.
— Παναγία μου, κάποτε ντρέπομαι ακόμη και να προσευχηθώ.
— Γιατί παιδι μου;
— Γιατί ξέρω ποιος είμαι.
— Εκείνος το ήξερε πριν Τον πλησιάσεις.
— Και με θέλει ακόμη;
— Δεν ανέβηκε στον Σταυρό για τους αναμάρτητους.
Αν περίμενε πρώτα να γίνεις άξιος για να σε αγαπήσει, ο Γολγοθάς δεν θα υπήρχε.
Ο Σταυρός υπάρχει ακριβώς επειδή ο άνθρωπος δεν μπορούσε μόνος του να θεραπεύσει το τραύμα του.
Η σωτηρία δεν είναι βραβείο των αψεγάδιαστων.
Είναι κοινωνία με τον Χριστό.


Είναι χάρη.
Είναι μετάνοια.
Είναι να πέφτεις στα πόδια Του και να λες:
«Κύριε, δεν έχω τίποτε να Σου παρουσιάσω παρά μόνο την πληγή μου. Θεράπευσέ με».
— Και εσύ; Τι κάνεις εσύ για εμάς;
— Αυτό που έκανα και στην Κανά.
Δείχνω στον Υιό μου την ανάγκη του ανθρώπου.
«Οἶνον οὐκ ἔχουσι».
• Δεν έχουν χαρά.
• Δεν έχουν ειρήνη.
• Δεν έχουν κουράγιο.
• Δεν έχουν ελπίδα.
• Δεν έχουν πια δάκρυα να κλάψουν.
Και ύστερα σας λέω αυτό που είπα τότε:
«Ὅ,τι ἂν λέγῃ ὑμῖν, ποιήσατε».
Μην κάνεις εμένα τέλος του δρόμου.
Εγώ πάντοτε προς Εκείνον δείχνω.
— Γι’ αυτό σε λέμε Μητέρα;
— Με λέτε Θεοτόκο γιατί Αυτός που γεννήθηκε από εμένα είναι αληθινός Θεός και αληθινός άνθρωπος.
Και με λέτε Μητέρα γιατί πάνω στον Σταυρό ο Υιός μου άνοιξε τη μητρική αγκαλιά μου προς τους μαθητές Του:
«Ἰδοὺ ἡ μήτηρ σου».
Δεν αντικαθιστώ τον Χριστό ->Τον φανερώνω.
Δεν σώζω αντί του Χριστού ->Πρεσβεύω στον Χριστό.
Και όλη η τιμή που μου δίνει η Εκκλησία επιστρέφει τελικά σ’ Εκείνον που έκανε «μεγαλεῖα» σε μένα.
Έμεινα λίγο σιωπηλός.
— Και μεθαύριο, Παναγία μου; Τι ακριβώς γιορτάζουμε;
— Ότι ο θάνατος δεν μπόρεσε να έχει τον τελευταίο λόγο.
Η Κοίμησή μου δεν είναι ένας συναισθηματικός αποχαιρετισμός.
Είναι μαρτυρία της νίκης του Υιού μου.
Η Εκκλησία ψάλλει ότι μετέστην προς τη Ζωή, γιατί ήμουν Μητέρα της Ζωής.
Η Μετάστασή μου είναι σημείο ελπίδας για ολόκληρη την ανθρώπινη φύση.
Εκεί όπου βρίσκομαι εγώ κατά χάριν, βλέπεις προς τα πού καλείται να πορευθεί ο άνθρωπος.
Όχι προς το μηδέν.
Όχι προς την ανυπαρξία.
Αλλά προς την κοινωνία με τον Θεό.
— Δηλαδή η γιορτή σου μιλά και για τον δικό μου θάνατο;
— Κυρίως γι’ αυτόν.
Τι νόημα θα είχε να στολίζετε την εικόνα μου με λουλούδια, αν φεύγατε από τον ναό τρομοκρατημένοι μπροστά στον τάφο;
Τα λουλούδια της Κοιμήσεως δεν στολίζουν τον θάνατο.
Κηρύττουν ότι ο τάφος έχασε την αιωνιότητά του.
— Κι όμως ο κόσμος σήμερα μοιάζει τόσο μακριά από τον Θεό…
— Και πότε ο κόσμος δεν είχε πληγές;
— Μα τώρα, Μητέρα μου βλέπεις τι γίνεται;
Πόλεμοι. Μίσος. Παιδιά που υποφέρουν. Οικογένειες που διαλύονται. Άνθρωποι μόνοι. Άλλοι χάνουν την πίστη τους. Άλλοι δεν γνώρισαν ποτέ τον Χριστό. Άλλοι Τον γνώρισαν παραμορφωμένο μέσα από εμάς.
Τι θα γίνει με όλους αυτούς;
Και τότε η απάντησή της έγινε πιο ήσυχη.
— Μην προσπαθείς να καθίσεις στον θρόνο της Κρίσεως.
Εκεί κάθεται ο Υιός μου.
— Μα θα σωθούν;
— Εσύ να τους αγαπήσεις.
— Δεν μου απαντάς.
— Γιατί ζητάς να μάθεις κάτι που ανήκει στη δικαιοσύνη και στο έλεος του Θεού, ενώ έχεις μπροστά σου κάτι που ανήκει στη δική σου ευθύνη.
Προσευχήσου γι’ αυτούς.
Κλάψε γι’ αυτούς.
Μίλησέ τους για τον Χριστό χωρίς υπερηφάνεια.
Μην καταδικάζεις εκείνον για τον οποίο ο Υιός μου έχυσε το Αίμα Του.
Η Εκκλησία γνωρίζει και κηρύττει πού βρίσκεται η σωτηρία: στον Χριστό.
Αλλά την τελική κρίση κάθε ανθρώπινης ψυχής δεν την παρέδωσε ο Θεός στη δική σου περιέργεια.
Την κράτησε στην αγάπη και στη δικαιοσύνη Του.
— Δηλαδή να μη φοβάμαι για τον κόσμο;
— Να πονάς για τον κόσμο.
Άλλο πόνος και άλλο απόγνωση.
Η απόγνωση λέει: «Τελείωσαν όλα».
Η πίστη λέει: «Ο Χριστός ανέστη».
Και αυτά τα δύο δεν μπορούν να είναι εξίσου αληθινά.
Αν ο Χριστός ανέστη, τότε ποτέ δεν «τελείωσαν όλα».
— Κι αν ο κόσμος δεν μετανοήσει;
— Εσύ μετανόησε.
— Κι αν οι άλλοι δεν προσεύχονται;
— Εσύ προσευχήσου.
— Κι αν οι άλλοι μισούν;
— Εσύ αγάπησε.
— Κι αν με αδικήσουν;
— Μη γίνεις αυτό που σε πλήγωσε.
— Κι αν με εγκαταλείψουν;
— Μείνε με τον Υιό μου.
— Κι αν κάποια μέρα δεν αντέχω άλλο;
— Τότε μη μου πεις πολλά.
Πες μόνο:
«Παναγία μου, κράτησέ με κοντά στον Χριστό».
Αυτό αρκεί.
Έσκυψα το κεφάλι.
Και μετά από λίγη ώρα ψιθύρισα:
— Μητέρα… έχω ακόμη μία ερώτηση.
— Την ξέρω.
— Όταν έρθει η δική μου ώρα…
Η φωνή μου κόπηκε.
— Όταν έρθει η ώρα να φύγω από αυτόν τον κόσμο… θα είσαι εκεί;
Και ήταν σαν να γλύκανε ακόμη περισσότερο το πρόσωπο της εικόνας.
— Αν σε όλη σου τη ζωή μου λες «Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον ημάς», νομίζεις ότι την ώρα που περισσότερο από ποτέ θα χρειάζεσαι την προσευχή μου θα σε ξεχάσω;
Αλλά άκουσέ με καλά.
Μην περιμένεις την ώρα του θανάτου για να αρχίσεις να ζεις με τον Χριστό.
Η προετοιμασία για τον θάνατο δεν είναι να σκέφτεσαι συνεχώς τον τάφο.
Είναι να μαθαίνεις από σήμερα να αγαπάς την Αιώνια Ζωή.
Να εξομολογείσαι.
Να κοινωνείς.
Να συγχωρείς.
Να ζητάς συγχώρηση.
Να ελεείς.
Να προσεύχεσαι.
Να σηκώνεσαι όταν πέφτεις.
Και κάθε βράδυ να παραδίδεις την ψυχή σου στον Θεό σαν να είναι η μικρή σου κοίμηση.
Τότε κατάλαβα κάτι.
Τόση ώρα νόμιζα ότι μιλούσαμε για τον θάνατο.
Στην πραγματικότητα μιλούσαμε για τη ζωή.
— Παναγία μου…
— Ναι;
— Τελικά τι θέλεις από μένα;
— Να αγαπήσεις τον Υιό μου
— Μόνο αυτό;
— Αν Τον αγαπήσεις αληθινά, μέσα σ’ αυτό το «μόνο» χωράει ολόκληρο το Ευαγγέλιο.
— Και τι να ζητήσω από Εκείνον απόψε;
— Μη ζητήσεις πρώτα να σου αφαιρέσει τον σταυρό.
Ζήτησέ Του να μη σε αφήσει να χάσεις Εκείνον επάνω στον σταυρό σου.
Μη ζητήσεις πρώτα να αλλάξει όλο τον κόσμο.
Ζήτησέ Του να αρχίσει την αλλαγή από την καρδιά σου.
Μη ζητήσεις να σου αποκαλύψει ποιος θα σωθεί.
Ζήτησέ Του να σε κάνει άνθρωπο που βοηθά τους άλλους να βρουν τη σωτηρία.
Και πάνω απ’ όλα…
— Τι γλυκια μου Μητέρα;
— Όταν θα βλέπεις τις αμαρτίες σου και θα απελπίζεσαι, κοίτα τον Σταυρό.
Όταν θα βλέπεις τον θάνατο, κοίτα τον άδειο Τάφο.
Και όταν θα κοιτάζεις μεθαύριο τη δική μου Κοίμηση, να θυμάσαι: ο προορισμός του ανθρώπου δεν είναι ο τάφος. Είναι ο Χριστός.
Τα μάτια μου είχαν γεμίσει δάκρυα.
Έξω είχε πια νυχτώσει.
Σηκώθηκα να φύγω.
Πριν κλείσω την πόρτα του ναού, γύρισα για τελευταία φορά προς την εικόνα.
— Καληνύχτα, Παναγία μου.
Και μέσα στη σιωπή της νύχτας ένιωσα την απάντηση:
— Δεν είναι καληνύχτα, παιδί μου.
Είναι προσμονή Αναστάσεως.
Κι αύριο, όταν θα ψάλλετε μπροστά στην Κοίμησή μου, μην κλαίτε σαν άνθρωποι που δεν έχουν ελπίδα.
Να πείτε στον κόσμο ότι υπάρχει ακόμη δρόμος επιστροφής.
Να πείτε στον αμαρτωλό ότι υπάρχει μετάνοια.
Στον πονεμένο ότι υπάρχει Παράκληση.
Στον απελπισμένο ότι υπάρχει έλεος.
Στον ετοιμοθάνατο ότι υπάρχει Ανάσταση.
Και σε κάθε άνθρωπο που θα ρωτήσει:
«Υπάρχει άραγε σωτηρία και για μένα;»
να δείξετε τον Υιό μου.
Γιατί εγώ αυτό έκανα σε όλη μου την ύπαρξη.
Τον έφερα στον κόσμο.
Και ακόμη Τον δείχνω στον κόσμο.
«Ὅ,τι ἂν λέγῃ ὑμῖν, ποιήσατε».
Έσβησα τα φώτα.
Μόνο το καντήλι της έμεινε αναμμένο.
Και για πρώτη φορά η Κοίμηση δεν μου φάνηκε σαν γιορτή θανάτου.
Μου φάνηκε σαν μια μητέρα που στέκεται στην άλλη όχθη και μας δείχνει Εκείνον που νίκησε τον θάνατο.
**Χριστέ μου, διά πρεσβειών της Παναχράντου Μητρός Σου, μη μας αφήσεις να χαθούμε.
Ούτε εμένα.
Ούτε εκείνους που αγαπώ.
Ούτε εκείνους που με πλήγωσαν.
Ούτε εκείνους που Σε αναζητούν και ακόμη δεν Σε βρήκαν.
Ελέησε τον κόσμο Σου.
Και όταν έρθει και η δική μας κοίμηση, αξίωσέ μας να ξυπνήσουμε στην αγκαλιά της Βασιλείας Σου. Αμήν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου