Το πλοίο είχε σχεδόν αδειάσει.
Μόνο
ένα ηλικιωμένο ζευγάρι έμενε ακόμη στο κατάστρωμα. Εκείνος κρατούσε το
χέρι της γυναίκας του για να κατέβει προσεκτικά. Εκείνη προχωρούσε αργά,
μα στο πρόσωπό της υπήρχε μια γαλήνη που δεν περνούσε απαρατήρητη.
Μόλις πάτησαν στο λιμάνι, στάθηκε για λίγο και κοίταξε πίσω.
«Τα καταφέραμε…» ψιθύρισε.
Δεν εννοούσε το ταξίδι.
Εννοούσε
όλα εκείνα τα χρόνια που είχαν περάσει μαζί. Τις δύσκολες μέρες, τις
αρρώστιες, τις αγωνίες, τις νύχτες που φοβήθηκαν και τις στιγμές που δεν
ήξεραν τι θα φέρει η επόμενη ημέρα.
Κάθε φορά που τα πράγματα δυσκόλευαν, εκείνη έλεγε στον άντρα της:
«Μην φοβάσαι… η Παναγία μας ξέρει.»
Και εκείνος δεν απαντούσε. Μόνο της έσφιγγε το χέρι.
Κάποτε, σε μια από τις πιο δύσκολες στιγμές της ζωής τους, είχαν κάνει μια υπόσχεση:
«Αν με αξιώσει η Παναγία, θα ξανάρθουμε.»
Τα χρόνια πέρασαν.
Και τώρα είχαν επιστρέψει. Δεν είχαν μαζί τους κάποιο μεγάλο τάμα. Δεν είχαν κάτι εντυπωσιακό να προσφέρουν. Είχαν μόνο δύο κουρασμένα χέρια που, ύστερα από τόσα χρόνια, συνέχιζαν να κρατιούνται. Η γυναίκα κοίταξε προς την εικόνα της Παναγίας και ψιθύρισε:
«Σε ευχαριστώ που μας κράτησες όρθιους.»
Ίσως αυτό να ήταν τελικά το τάμα τους.
Να μην εγκαταλείψουν ο ένας τον άλλον.
Να συνεχίσουν να ελπίζουν.
Να προχωρούν, ακόμη κι όταν ο δρόμος γινόταν δύσκολος.
Γιατί υπάρχουν τάματα που τα αφήνουμε μπροστά σε μια εικόνα.
Και υπάρχουν κι εκείνα που τα κουβαλάμε μέσα στη ζωή μας, κάθε μέρα.
Κι ίσως το πιο όμορφο τάμα να είναι αυτό:
Να συνεχίζεις να ελπίζεις μέχρι το τέλος, κρατώντας το χέρι εκείνου που αγαπάς και λέγοντας μέσα σου:
«Παναγία μου, αξίωσέ μας να τα καταφέρουμε.»
Εκ της συντακτικής ομάδας του : Ιερός Ναός Αγίου Κωνσταντίνου Κολωνού
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου