
του Πρεσβυτέρου Νικολάου Γονιδάκη
Τη διαχρονική ευθύνη που φέρουμε έναντι του Θεού θέλει να μας υπενθυμίσει σήμερα ο Απόστολος Παύλος μέσα από το αποστολικό ανάγνωσμα (Α’ Κορ. γ’ 9 – 17), αγαπητοί μου αδελφοί.
Θέλει να αποδομήσει κάθε έννοια πρωτοκαθεδρίας και να μας τονίσει πως όλοι μας, έχοντας λάβει το Πανάγιο Πνεύμα, είμαστε συνεργοί στο οικοδόμημα του Θεού.
Δεν είμαστε παθητικοί παρατηρητές, αλλά ενεργοί συνεργάτες Του στο έργο της προσωπικής μας σωτηρίας, αλλά και της οικοδομής της Εκκλησίας.
Χαρακτηριστικά, παρουσιάζει ολόκληρο το έργο του Θεού ως μία οικοδομή. Είναι γνωστό πως, για να ανεγερθεί ένα οικοδόμημα, απαιτείται η συνεργασία πολλών εργαζομένων διαφορετικών ειδικοτήτων, οι οποίοι εργάζονται με ενότητα και κοινό σκοπό, ώστε να φέρουν εις πέρας ένα άρτιο αποτέλεσμα.
Δεν αρκεί, όμως, να κατασκευάσουμε κάτι που εξωτερικά φαίνεται όμορφο και εντυπωσιακό, γιατί στους πειρασμικούς σεισμούς ένα τέτοιο οικοδόμημα εύκολα θα καταρρεύσει.
Το σημαντικότερο όλων είναι να ξεκινήσουμε από τα θεμέλια, τα οποία πρέπει να είναι γερά και ακλόνητα, ώστε το οικοδόμημα να αντέχει κάθε δοκιμασία, κάθε άνεμο, κάθε βροχή και κάθε πύρινη δοκιμή, παραμένοντας σταθερό και ακέραιο εις τον αιώνα.
Έτσι, ο Απόστολος Παύλος υπενθυμίζει στους πιστούς της Κορίνθου πως τα θεμέλια έχουν ήδη τεθεί.
Τα έθεσε ο ίδιος, όπως και όλοι οι Απόστολοι, και στη συνέχεια οι διάδοχοί τους, οι Επίσκοποι, οι Ιερείς, οι Μοναχοί και οι Μοναχές, που μέχρι σήμερα συνεχίζουν αδιάκοπα το έργο της Εκκλησίας.
Πρέπει, όμως, να προσέξουμε κάτι πολύ σημαντικό. Ο Παύλος δεν το αναφέρει αυτό από εγωισμό ούτε για να προβάλει τον εαυτό του.
Αντιθέτως, ομολογεί πως, αφού έλαβε τη Χάρη του Αγίου Πνεύματος κατά την προσωπική του συνάντηση και κλήση από τον ίδιο τον Χριστό, αξιώθηκε του φωτισμού και του ανατέθηκε η ευθύνη αυτής της ιερής διακονίας.
Από εκεί και πέρα, όμως, η ευθύνη αυτή μεταβιβάζεται και διαμοιράζεται σε όλους εμάς, που αποτελούμε το πλήρωμα της ζώσας Εκκλησίας.
Εκεί ακριβώς καλούμαστε να σταθούμε με προσοχή και υπευθυνότητα, αναλογιζόμενοι με ποιον τρόπο θα συνεχίσουμε αυτό το Θεόδοτο δώρημα, του οποίου τους καρπούς απολαμβάνουμε πρώτοι εμείς οι ίδιοι.
Στη συνέχεια, ο Απόστολος διακρίνει, με μεταφορικό τρόπο, τα υλικά της οικοδομής σε δύο κατηγορίες: στα φθαρτά και στα άφθαρτα στον χρόνο.
Για τα φθαρτά αναφέρει τα «ξύλα, χόρτον, καλάμην», θέλοντας να δείξει εκείνους που οικοδομούν την πνευματική τους ζωή με επιφανειακή πίστη ή, ακόμη χειρότερα, προσαρμόζουν την πίστη στον Χριστό στα δικά τους μέτρα και στις προσωπικές τους επιθυμίες.
Αντίθετα, για τα άφθαρτα υλικά αναφέρει «χρυσόν, ἄργυρον, λίθους τιμίους». Πρόκειται για υλικά που αντέχουν στη φθορά του χρόνου, όπως ακριβώς και η γνήσια, καρδιακή, ανόθευτη και ουσιαστική πίστη. Είναι η πίστη που δεν λυγίζει στις δοκιμασίες, αλλά αντέχει ακόμη και μέσα στη φωτιά των πειρασμών.
Μπορεί να δοκιμαστεί, μπορεί να υποστεί φθορές, όμως μετά από επεξεργασία καθαρίζεται, λάμπει ακόμη περισσότερο και, το σημαντικότερο, διατηρεί όρθιο ολόκληρο το οικοδόμημα.
Αδελφοί μου αγαπημένοι, από τη στιγμή που ήρθε ο Χριστός και ο ίδιος έθεσε το θεμέλιο της σωτηρίας μας, αυτομάτως γινόμαστε και εμείς συνεργοί Του.
Ο καθένας από το δικό του μετερίζι, με τη δική του διακονία και τα χαρίσματα που έλαβε, καλείται να εργαστεί στο ίδιο οικοδόμημα της Εκκλησίας.
Όλοι είμαστε εργάτες, όλοι συνεργάτες, όλοι αδελφοί στο οικοδόμημα της Εκκλησίας από την ιστορική της πορεία μέσα στον κόσμο έως και την εσχατολογική της ολοκλήρωση κατά τη μέλλουσα Κρίση.
Η πορεία αυτή μοιάζει με ένα ταξίδι, του οποίου δεν γνωρίζουμε τη χιλιομετρική απόσταση ούτε τη διάρκειά του.
Γνωρίζουμε, όμως, με βεβαιότητα τον προορισμό του, και αυτός δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον Χριστό.
Πριν από την ενανθρώπηση του Κυρίου μας, βλέπουμε τον Θεό να λατρεύεται μέσα σε ένα συγκεκριμένο οικοδόμημα, στον Ναό του Σολομώντος.
Με την έλευσή Του, όμως, και τη θυσία Του, όλα αλλάζουν. Ο αναγεννημένος πλέον άνθρωπος, διά του Αγίου Βαπτίσματος, και κατ’ επέκταση ολόκληρη η Εκκλησία, γίνονται ο ζωντανός Ναός του Θεού. Γι’ αυτό και σήμερα ο Απόστολος Παύλος μας υπενθυμίζει: «Ναὸς Θεοῦ ἐστε».
Ο καθένας μας είναι πνευματοφόρος, αφού μέσα του κατοικεί η Χάρη του Αγίου Πνεύματος.
Γι’ αυτό οφείλουμε όχι μόνο να διατηρούμε καθαρό τον προσωπικό μας ναό, αλλά και, μέσω αυτού, να συμβάλλουμε στο ένα και ενιαίο κτίσμα, «την μίαν, Ἁγίαν, Καθολικὴν καὶ Ἀποστολικὴν Ἐκκλησίαν».
Ας προσέξουμε, λοιπόν, να οικοδομούμε πάντοτε ορθόδοξα, αγαπητικά και ενωτικά, καθώς, όταν ολοκληρωθεί η επίγεια πορεία μας, τότε θα λάβει ο καθένας τον μισθό του σύμφωνα με την προσωπική του προσπάθεια, τον κόπο και τον πνευματικό του αγώνα.
Ας αγωνιζόμαστε καθημερινά ως εργάτες και συνεργοί του Θεού, χωρίς να αποζητούμε γήινα αξιώματα, διακρίσεις και επαίνους, αλλά έχοντας ως μοναδικό μας πόθο να αξιωθούμε να ακούσουμε από τα πανάγια χείλη Του τα σωτήρια λόγια: «Εὖ, δοῦλε ἀγαθὲ καὶ πιστέ· εἴσελθε εἰς τὴν χαρὰν τοῦ Κυρίου σου» (Ματθ. κε΄ 21).
Πηγή: romfea,gr
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου