Ζωντανή Αναμετάδοση Ιερών Ακολουθιών

Δευτέρα 10 Αυγούστου 2026

Ξέρεις τι μου έχει λείψει;

 Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία. 


Μια βόλτα στις παλιές γειτονιές…

Εκεί που το βράδυ μύριζε γιασεμί και αγιόκλημα, κι εμείς δεν περνούσαμε βιαστικά. Σταματούσαμε. Ανασαίναμε. Κοιτάζαμε. Ζούσαμε.

Μου έχει λείψει εκείνη η αυλή με τη σιδερένια καρέκλα, το μικρό τραπεζάκι, τη γλάστρα με τον βασιλικό και μια γιαγιά στην πόρτα να λέει:
«Πέρασε να πιεις ένα νερό…»

Μου έχουν λείψει τα καλοκαιρινά βράδια, που οι άνθρωποι έβγαζαν τις καρέκλες έξω και η γειτονιά γινόταν μια μεγάλη παρέα.

Άλλος έλεγε τα νέα του χωριού.
Άλλος γελούσε δυνατά.
Κάποιος κερνούσε ένα γλυκό του κουταλιού.
Και τα παιδιά έτρεχαν στον δρόμο μέχρι να ακουστεί από μακριά η φωνή της μάνας:
«Ελάτε μέσα, νύχτωσε…»

Μου έχει λείψει εκείνη η εποχή που δεν είχαμε τόσα πολλά, αλλά είχαμε ο ένας τον άλλον.

Οι πόρτες δεν είχαν τόσες κλειδαριές.
Οι αυλές δεν είχαν ψηλούς φράχτες.
Και η μοναξιά δεν είχε βρει ακόμη τόσο χώρο μέσα στα σπίτια μας.

Αν έλειπες δύο ημέρες, κάποιος θα ρωτούσε:
«Τι έγινε; Είναι καλά;»

Αν αρρώσταινες, θα χτυπούσε η πόρτα.
Αν είχες χαρά, θα χαιρόταν όλη η γειτονιά.
Κι αν είχες πόνο, πάντα υπήρχε μια καρέκλα δίπλα σου και ένας άνθρωπος να καθίσει χωρίς πολλά λόγια.

Μου έχει λείψει η μυρωδιά από το φρεσκοβρεγμένο χώμα.
Το ψωμί που ερχόταν ζεστό από τον φούρνο.
Ο ήχος της καμπάνας που απλωνόταν πάνω από τα σπίτια.
Οι μανάδες που πότιζαν τις αυλές πριν βραδιάσει.
Οι παππούδες που κάθονταν στο κατώφλι και ήξεραν να λένε ιστορίες χωρίς να κοιτούν ποτέ την ώρα.



Μου έχει λείψει να περνάς από ένα σπίτι και να ακούς:
«Κάτσε λίγο… Πού πας τόσο βιαστικός;»

Και ίσως τελικά αυτή να είναι η πιο πονεμένη ερώτηση της εποχής μας:
Πού πάμε τόσο βιαστικοί;

Τρέχουμε από το πρωί ως το βράδυ.
Προλαβαίνουμε δουλειές, μηνύματα, υποχρεώσεις, ραντεβού.

Κι όμως, πολλές φορές δεν προλαβαίνουμε έναν άνθρωπο.

Δεν προλαβαίνουμε μια κουβέντα με τους γονείς μας.
Έναν καφέ με έναν φίλο.
Ένα χάδι στο παιδί μας.
Μια επίσκεψη σ’ έναν ηλικιωμένο.
Μια βόλτα χωρίς σκοπό.

Δεν προλαβαίνουμε ούτε το γιασεμί που ανθίζει δίπλα μας.

Και κάποτε, όταν γυρίσουμε πίσω, μπορεί να ανακαλύψουμε πως εκείνα που θεωρούσαμε μικρά ήταν τελικά τα μεγάλα.

Μια αυλή.
Μια καρέκλα.
Ένα ποτήρι κρύο νερό.
Ένα «καλησπέρα».
Μια μάνα στην πόρτα.
Ένας πατέρας στο πεζούλι.
Μια γειτονιά που ήξερε το όνομά σου.

Κι αν μπορούσα για μία μόνο βραδιά να γυρίσω πίσω, δεν θα ζητούσα τίποτε μεγάλο.

Θα ήθελα μόνο να περπατήσω αργά σ’ εκείνα τα στενά. Να μυρίζει γιασεμί. Να ακούγονται γέλια από τις αυλές. Να χτυπά κάπου μια καμπάνα.

Και να ξέρω πως στο τέλος του δρόμου υπάρχει ακόμη ένα σπίτι με την πόρτα ανοιχτή και μια γνώριμη φωνή που θα μου πει:
«Ήρθες; Κάτσε… Μη φεύγεις ακόμη.»

Γιατί ίσως αυτό μας λείπει περισσότερο από τα παλιά χρόνια:
Όχι τα πράγματα που είχαμε.
Αλλά οι άνθρωποι που είχαμε κοντά μας.
Και ο χρόνος που ξέραμε να τους χαρίζουμε.**

† π. Δημήτριος Αργύρης, Πρωτοπρεσβύτερος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου