Ζωντανή Αναμετάδοση Ιερών Ακολουθιών

Σάββατο 8 Αυγούστου 2026

Από το Θαβώρ στην ανθρώπινη κόλαση και από την ανθρώπινη κόλαση στην Ανάσταση.

 Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία. 

Αύριο, κατά τη σύναξη της Θείας Ευχαριστίας, η Εκκλησία θα αναγνώσει την ευαγγελική περικοπή της θεραπείας του σεληνιαζομένου νέου. Και θα μας καλέσει, με έναν τρόπο σχεδόν δραματικό, να κατεβούμε από το Θαβώρ.

Η χρονική και θεολογική ακολουθία δεν είναι τυχαία. Ο Χριστός έχει μόλις φανερώσει στους τρεις μαθητές τη δόξα της Θεότητός Του. Εκείνοι είδαν το άκτιστο φως, άκουσαν τη φωνή του Πατρός, εισήλθαν στη φωτεινή νεφέλη και γεύθηκαν, όσο μπορούσε να χωρέσει η κτιστή ανθρώπινη φύση τους, τη Βασιλεία του Θεού ως θέα και μέθεξη της θείας δόξας. 

Και αμέσως μετά κατεβαίνουν από το όρος για να συναντήσουν την αντίστροφη εικόνα. Έναν νέο που βασανίζεται, έναν πατέρα γονατισμένο μέσα στην οδύνη, μαθητές ανήμπορους να θεραπεύσουν και μια «γενεὰ ἄπιστον καὶ διεστραμμένην». Από το φως στη συντριβή. Από τη θεωρία της δόξας στην τραγικότητα της πεπτωκυίας υπάρξεως. Από το Θαβώρ στην κοιλάδα του ανθρώπινου πόνου.

Στη λειτουργική εμπειρία της Ορθοδόξου Εκκλησίας το Ευαγγέλιο δεν ανακαλεί απλώς γεγονότα. Τα καθιστά παρόντα. Ο λόγος του Χριστού δεν εγκλωβίζεται στον χρόνο της Γαλιλαίας αλλά εισέρχεται εκ νέου μέσα στον χρόνο της Εκκλησίας και αποκαλύπτει ότι ο Αναστάς Κύριος εξακολουθεί να ενεργεί ανάμεσα στον λαό Του. Γι’ αυτό η αυριανή περικοπή δεν μας καλεί να θαυμάσουμε ένα θαύμα του παρελθόντος. Μας προσκαλεί να αναγνωρίσουμε τον τρόπο με τον οποίο η άκτιστη ενέργεια του Θεού εξακολουθεί να θεραπεύει, να φωτίζει και να ανακαινίζει τον άνθρωπο.

Η μεγαλύτερη παρερμηνεία των ευαγγελικών θαυμάτων είναι ότι τα αντιμετωπίζουμε ως εξαιρέσεις των φυσικών νόμων ή ως εντυπωσιακές παρεμβάσεις μιας άλλης εποχής. Η πατερική παράδοση δεν γνώρισε ποτέ μια τέτοια αντίληψη. Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς διδάσκει ότι ο Θεός παραμένει αμέθεκτος κατά την ουσία Του και συγχρόνως καθίσταται πραγματικά μεθεκτός διά των ακτίστων ενεργειών Του. 

Δεν μετέχει ο άνθρωπος σε κάποιο κτιστό υποκατάστατο της θεότητος. Μετέχει πραγματικά στη θεία ζωή, χωρίς ποτέ να ταυτίζεται κατ’ ουσίαν με τον Θεό. Μέσα σε αυτό το θεολογικό φως κατανοούνται και τα θαύματα. Δεν αποτελούν στιγμιαίες αναστολές της δημιουργικής τάξεως αλλά φανερώσεις της θείας ενεργείας, η οποία επαναφέρει την κτίση προς την αλήθεια του αρχικού και εσχατολογικού της προορισμού.

Η θεραπεία του σεληνιαζομένου νέου αποτελεί έτσι αποκάλυψη του ίδιου του σκοπού της Ενανθρωπήσεως. Ο άγιος Αθανάσιος ο Μέγας συνοψίζει ολόκληρο το μυστήριο της θείας οικονομίας στη φράση «Αὐτὸς γὰρ ἐνηνθρώπησεν, ἵνα ἡμεῖς θεοποιηθῶμεν». Ο Χριστός δεν ήρθε να διορθώσει απλώς ορισμένες ατέλειες της ανθρώπινης υπάρξεως ούτε να επιλύσει πρόσκαιρα προβλήματα. 

Ήλθε να θεραπεύσει τη φθορά και να επαναφέρει τον άνθρωπο στην κοινωνία της ζωής του Θεού. Κάθε θαύμα είναι γι’ αυτό μια μικρή προαναγγελία της Αναστάσεως, μια πρόγευση της μέλλουσας ανακαινίσεως, μια τομή μέσα στη φθορά από την οποία γίνεται ήδη ορατή η Βασιλεία.

Γι’ αυτό και η μορφή του νέου υπερβαίνει τα όρια ενός ιστορικού προσώπου. Ο Θεοφύλακτος διαβάζει ήδη το «πῦρ» και το «ὕδωρ» πέρα από τη στενή κυριολεξία τους, ως εικόνες των παθών και της υποδουλώσεως του ανθρώπου στις δυνάμεις που τον απομακρύνουν από τον Θεό.
Ο νέος γίνεται έτσι εικόνα μιας υπάρξεως που έχει απολέσει το εσωτερικό της κέντρο. Άλλοτε ρίπτεται στο πυρ της εμπαθούς επιθυμίας και του θυμού και άλλοτε καταποντίζεται στα ύδατα της μέριμνας και της απογνώσεως. Άλλοτε αιχμαλωτίζεται από την αυτάρκεια και άλλοτε συντρίβεται από την εσωτερική ερημία.



Δύο χιλιάδες χρόνια αργότερα, οι μορφές μεταβάλλονται, όμως η πνευματική κατάσταση επανέρχεται. Οι ίδιες τραγωδίες που συναντά ο Χριστός μέσα στο Ευαγγέλιο εξακολουθούν να υπάρχουν. Εξακολουθεί να υπάρχει η ασθένεια, ο φόβος, η εξάρτηση, η απόγνωση, η απώλεια του προσανατολισμού, η συντριβή του γονέα μπροστά στον πόνο του παιδιού. 

Και ακριβώς επειδή η ανθρώπινη πληγή παραμένει, παραμένει και η θεραπευτική παρουσία του Χριστού. Το Ευαγγέλιο δεν αφηγείται έναν κόσμο που εξέλιπε. Αποκαλύπτει τον δικό μας κόσμο ενώπιον Εκείνου που εξακολουθεί να λέγει «φέρετέ μοι αὐτὸν ὧδε».

Το συγκλονιστικό στοιχείο της περικοπής είναι πράγματι ο πατέρας. Δεν παρουσιάζει ένα πρόβλημα προς επίλυση. Γονατίζει. «Κύριε, ἐλέησόν μου τὸν υἱόν». Η γονυκλισία προηγείται του θαύματος. Ο πόνος του παιδιού έχει γίνει δικός του πόνος. Η αγάπη δεν παρατηρεί την οδύνη από απόσταση. Την προσλαμβάνει, την κουβαλά, την μεταβάλλει σε ικεσία. Και μέσα σε αυτή τη γονυκλισία αρχίζει ήδη η θεραπεία, γιατί ο άνθρωπος παύει να αυτοθεμελιώνεται και παραδίδει αυτό που δεν μπορεί να σώσει μόνος του στο έλεος του Θεού.

Εξίσου αποκαλυπτική είναι η αποτυχία των μαθητών. Είχαν λάβει εξουσία «κατὰ πνευμάτων ἀκαθάρτων», κι όμως τώρα αδυνατούν. Η χάρη δεν λειτουργεί μηχανικά ούτε μετατρέπεται σε θρησκευτική ιδιοκτησία. Κανένα χάρισμα δεν αυτονομείται από τον Χριστό. Η εκκλησιαστική διακονία δεν είναι εξουσία που αποκτήθηκε άπαξ αλλά διαρκής εξάρτηση από την πηγή της χάριτος. Γι’ αυτό το «Διὰ τὴν ἀπιστίαν ὑμῶν» είναι πολύ περισσότερο από ηθική επίπληξη. Η απιστία είναι η υπαρξιακή αυτονόμηση, η ψευδαίσθηση ότι μπορεί κανείς να ενεργεί το έργο του Θεού χωρίς να ζει από τον Θεό.

Η πίστη, αντιθέτως, δεν είναι ψυχολογική αυτοπεποίθηση. Όταν ο Χριστός λέγει «ἐὰν ἔχητε πίστιν ὡς κόκκον σινάπεως», δεν εξυμνεί απλώς το ελάχιστο μέγεθος της πίστεως αλλά τη ζωντανή δυναμική της. Η αληθινή πίστη είναι άνοιγμα της υπάρξεως στη χάρη, δυνατότητα μεθέξεως στη θεία ενέργεια. Γι’ αυτό, στην παλαμική προοπτική, η σωτηρία δεν εξαντλείται σε ηθική βελτίωση ή διανοητική ορθοδοξία. Είναι πραγματική μεταμόρφωση του ανθρώπου διά της κοινωνίας με τον Θεό.

Εδώ ακριβώς εντάσσονται η προσευχή και η νηστεία. «Τοῦτο δὲ τὸ γένος οὐκ ἐκπορεύεται εἰ μὴ ἐν προσευχῇ καὶ νηστείᾳ». Δεν πρόκειται για δύο αυτονομημένες ασκητικές αρετές. Η προσευχή, κατά την ορθόδοξη θεραπευτική παράδοση, επαναφέρει το νοερό, το λογιστικό, το επιθυμητικό και το θυμικό προς τον Θεό. 

Η νηστεία αποδεσμεύει το σώμα και την επιθυμία από την υποδούλωση στην κτίση. Ολόκληρος ο άνθρωπος, ψυχή και σώμα, επανέρχεται στη φυσική του φορά προς τον Δημιουργό. Δεν αλλάζει ο Θεός μέσω της προσευχής. Αλλάζει ο άνθρωπος. Δεν πείθεται ο Θεός μέσω της νηστείας. Θεραπεύεται η ύπαρξη, ώστε να γίνει δεκτική της χάριτος.

Και τότε η περικοπή στρέφεται αιφνιδίως προς το Πάθος. «Μέλλει ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδοσθαι». Η μετάβαση δεν είναι παρέκβαση. Είναι το ερμηνευτικό κλειδί του θαύματος. Από το Θαβώρ κατεβαίνουμε στην ανθρώπινη οδύνη και από την ανθρώπινη οδύνη οδηγούμαστε στον Σταυρό. Διότι ο Χριστός δεν θεραπεύει τον κόσμο παραμένοντας έξω από την τραγωδία του. Εισέρχεται μέσα της μέχρι τέλους. Προσλαμβάνει τον πόνο, τη φθορά και τον θάνατο και τους νικά από το εσωτερικό τους. Γι’ αυτό κάθε θεραπεία είναι ήδη πασχάλια. Κάθε θαύμα αποτελεί πρόγευση της νίκης που θα αποκαλυφθεί πλήρως στον κενό Τάφο.

Αύριο, λοιπόν, η Εκκλησία δεν θα μας αφηγηθεί απλώς τη θεραπεία ενός σεληνιαζομένου νέου. Θα μας κατεβάσει από το Θαβώρ στον κόσμο όπου ζούμε. Στον κόσμο του πόνου, της αδυναμίας, της ολιγοπιστίας, της αρρώστιας και της απελπισίας. Όπως ακριβώς μετά τη Θεία Λειτουργία επιστρέφουμε από την ειρήνη της ευχαριστιακής συνάξεως στις δυσκολίες της καθημερινότητας, έτσι και οι μαθητές κατεβαίνουν από τη θεωρία της θείας δόξας στη συνάντηση με την ανθρώπινη συντριβή.

Μόνο που τώρα γνωρίζουν κάτι που πριν δεν γνώριζαν. Το σκοτάδι δεν είναι η τελευταία αλήθεια του ανθρώπου. Η κόλαση δεν έχει την τελευταία λέξη. Πίσω από τη φθορά βρίσκεται ο προορισμός της μεταμορφώσεως. Πίσω από την κοιλάδα βρίσκεται το Θαβώρ.

Και όταν αύριο ακούσουμε αυτή την περικοπή, η Εκκλησία θα μας καλέσει να αναγνωρίσουμε τον εαυτό μας μέσα σε κάθε πρόσωπό της. Άλλοτε στον πατέρα που γονατίζει. Άλλοτε στους μαθητές που ανακαλύπτουν την ανεπάρκεια της δικής τους δυνάμεως. Άλλοτε στον νέο που αδυνατεί να ελευθερωθεί μόνος του από εκείνο που τον αιχμαλωτίζει. Και πάντοτε απέναντι στον ίδιο Χριστό, «ὁ αὐτός χθὲς καὶ σήμερον καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας».

Το άκτιστο φως που έλαμψε στο Θαβώρ δεν έμεινε επάνω στο όρος. Κατέβηκε στην ανθρώπινη κοιλάδα. Κατέβηκε στον πόνο ενός πατέρα, στην αιχμαλωσία ενός παιδιού, στην αδυναμία των μαθητών, και τελικά κατέβηκε μέχρι τον Σταυρό και τον Άδη. Και ακριβώς γι’ αυτό μπορεί να φωτίσει κάθε ανθρώπινο σκοτάδι. Όχι ως ποιητική μεταφορά ούτε ως θεολογική ιδέα, αλλά ως η ίδια η άκτιστη ζωή του Θεού που θεραπεύει, μεταμορφώνει και οδηγεί τον άνθρωπο από τη φθορά στη θέωση.

Από το Θαβώρ στην ανθρώπινη κόλαση και από την ανθρώπινη κόλαση στην Ανάσταση.

Αυτή είναι, τελικά, ολόκληρη η πορεία του Ευαγγελίου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου