Ἡ Ἐκκλησία δὲν μπορεῖ νὰ βλέπει τὸν σύγχρονο κόσμο μόνο μέσα ἀπὸ τὸ παράθυρο τῆς καχυποψίας.
Τὸ Εὐαγγέλιο εἶναι πρωτίστως χαρὰ.
«Ἰδοὺ γὰρ εὐαγγελίζομαι ὑμῖν χαρὰν μεγάλην».
Ὁ
Χριστιανισμὸς δὲν γεννήθηκε γιὰ νὰ δημιουργεῖ σκυθρωποὺς ἀνθρώπους ποὺ
κοιτοῦν παντοῦ κινδύνους. Γεννήθηκε ἀπὸ ἕναν ἄδειο Τάφο.
Ἀπὸ τὸ «Χριστὸς ἀνέστη».
Ἀπὸ τὸ φῶς ποὺ νίκησε τὸ σκοτάδι.
Καὶ
ἂν σήμερα ἑκατομμύρια ἄνθρωποι ζοῦν ἕνα μέρος τῆς καθημερινότητάς τους
μπροστὰ σὲ μία ὀθόνη, γιατί νὰ ἀπουσιάζει ἐκεῖ ἡ φωνὴ τοῦ Εὐαγγελίου;
Ἡ
Ἐκκλησία πάντοτε χρησιμοποιοῦσε τὰ μέσα τῆς κάθε ἐποχῆς. Τὸ χειρόγραφο.
Τὴν τυπογραφία. Τὸ βιβλίο. Τὸ ραδιόφωνο. Τὴν τηλεόραση. Σήμερα
χρησιμοποιεῖ καὶ τὸ διαδίκτυο.
Τὸ μέσο δὲν εἶναι ἀπὸ μόνο του οὔτε ἅγιο οὔτε ἁμαρτωλό.
Ὁ τρόπος ποὺ τὸ χρησιμοποιεῖς τὸ ἁγιάζει ἢ τὸ διαστρέφει.
Μία ἀνάρτηση μπορεῖ νὰ γίνει ἐπίδειξη. Μπορεῖ ὅμως καὶ νὰ κρατήσει ἕναν ἄνθρωπο ὄρθιο μέσα στὴ νύχτα του.
Ἕνα βίντεο μπορεῖ νὰ γίνει αὐτοπροβολή. Μπορεῖ ὅμως καὶ νὰ φτάσει σὲ ἕνα παιδὶ ποὺ δὲν θὰ περνοῦσε ποτὲ τὸ κατώφλι μιᾶς ἐκκλησίας.
Μία διαδικτυακὴ κουβέντα μπορεῖ νὰ γίνει κενοδοξία. Μπορεῖ ὅμως καὶ νὰ ἀποτρέψει μία ἀπόγνωση, νὰ λύσει μία ἀπορία, νὰ ὁδηγήσει κάποιον στὸ πετραχήλι, στὴ Θεία Λειτουργία, στὴν προσευχή.
Καὶ ἐδῶ χρειάζεται, νομίζω, ὁ καλὸς λογισμός.
Διότι εἶναι πολύ εὔκολο νὰ σταθοῦμε ἀπέναντι σὲ ὅλους μὲ τὸ δάκτυλο σηκωμένο. Πολὺ δυσκολότερο εἶναι νὰ διακρίνουμε.
Ἐπειδὴ κάποιος ἐπιδιώκει τὰ «likes», δὲν θὰ θεωρήσουμε ὕποπτο κάθε ἄνθρωπο ποὺ ἀγγίζει χιλιάδες ψυχές.
Ἐπειδὴ ὑπάρχει ψεύτικο, δὲν παύει νὰ ὑπάρχει καὶ τὸ ἀληθινό.
Ἂς προσέξουμε, μάλιστα, μήπως στὴν προσπάθειά μας νὰ πολεμήσουμε τὴν κενοδοξία, πέσουμε σὲ ἕναν ἄλλο πειρασμό: Στὴν πνευματικὴ καχυποψία ποὺ καταδικάζει τοὺς πάντες.
Γιατί καὶ ἡ συνεχὴς καταγγελία μπορεῖ νὰ γίνει μία μορφὴ αὐτοδικαιώσεως.
Ἡ Ἐκκλησία δὲν χρειάζεται οὔτε «ψηφιακοὺς μονομάχους» οὔτε ὅμως καὶ ψηφιακοὺς ἱεροεξεταστές.
Χρειάζεται ἀνθρώπους μὲ Χριστό.
Ἀνθρώπους ποὺ θὰ μποροῦν νὰ ποῦν καὶ μέσα ἀπὸ μία μικρὴ ὀθόνη:
«Μὴ φοβᾶσαι».
«Σήκω».
«Ὑπάρχει ἐλπίδα».
«Ὁ Θεὸς δὲν σὲ ξέχασε».
«Ἔλα νὰ γνωρίσεις τὸν Χριστό».
Αὐτὴ εἶναι ἡ ἱεραποστολή.
Ὄχι νὰ θαυμάσουν ἐμᾶς.
Νὰ θελήσουν νὰ γνωρίσουν Ἐκεῖνον.
Καὶ ἂν ἕνα κινητό, ἕνα βίντεο, μία φωτογραφία, ἕνα βιβλίο, ἕνα μικρὸ ἐργόχειρο ἢ μία λέξη μπορεῖ νὰ γίνει ἀφορμὴ γιὰ νὰ πλησιάσει ἔστω καὶ μία ψυχὴ τὸν Χριστό, τότε δὲν χρειάζεται νὰ φοβηθοῦμε τὸ μέσο.
Γιατί στὸ τέλος τὸ Εὐαγγέλιο δὲν εἶναι μία διαρκὴ γκρίνια γιὰ ὅσα πηγαίνουν στραβά.
Εἶναι ἡ μεγαλύτερη εἴδηση χαρᾶς ποὺ ἄκουσε ποτέ ὁ κόσμος:
Ὁ Χριστὸς ζεῖ.
Ὁ Χριστὸς ἀγαπᾶ.
Ὁ Χριστὸς σώζει.
Καὶ αὐτὴ τὴ χαρὰ δὲν ἔχουμε δικαίωμα νὰ τὴν κλείσουμε οὔτε πίσω ἀπὸ τοίχους οὔτε μακριὰ ἀπὸ τὶς ὀθόνες.
Ὅπου βρίσκεται ὁ ἄνθρωπος, ἐκεῖ ὀφείλει νὰ φτάνει καὶ μία χαραμάδα ἀπὸ τὸ Φῶς τοῦ Χριστοῦ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου