
Το 1934, στο Μαρούσι, όταν η νεογέννητη Αλίκη Βουγιουκλάκη αρρώστησε βαριά από πνευμονία και οι γονείς της έσπευσαν να τη βαπτίσουν, ο ιερέας που τη βάπτισε ήταν ο Αθανάσιος Χαμακιώτης, ο μετέπειτα Όσιος Αθανάσιος ο εν Αμαρουσίω και Ροδοπόλει ασκήσας.
Δεν χρειάζεται να φορτώσουμε τη σύμπτωση με συμβολισμούς που δεν της ανήκουν.
Αρκεί η εικόνα.
Ένας άγνωστος ακόμη ιερομόναχος σκύβει επάνω από ένα άρρωστο βρέφος και προφέρει το όνομά του μέσα στο νερό του βαπτίσματος.
Το παιδί θα γίνει αργότερα η διασημότερη ίσως εικόνα της μεταπολεμικής Ελλάδας.
Ο ιερέας θα περάσει τη ζωή του ακολουθώντας σχεδόν την αντίθετη πορεία: μαθαίνοντας να αποσύρεται από την εικόνα του.
Ο κατά κόσμον Γεώργιος Χαμακιώτης γεννήθηκε το 1891 στην Τουρλάδα των Καλαβρύτων και μπήκε δεκαπέντε ετών στην Αγία Λαύρα. Το 1913 έγινε μοναχός Αθανάσιος, σπούδασε στην Ιερατική Σχολή της Άρτας, χειροτονήθηκε διάκονος το 1916 και πρεσβύτερος το 1921. Το 1931 κατέβηκε στην Αθήνα και λίγα χρόνια αργότερα, το 1936, ανέλαβε τη Νερατζιώτισσα στο Μαρούσι.
Εκεί αρχίζει ουσιαστικά η μεγάλη, αφανής περίοδος της ζωής του.
Η λέξη «αφανής» χρειάζεται προσοχή, επειδή στη χριστιανική παράδοση δεν δηλώνει απλώς την έλλειψη δημοσιότητας. Δηλώνει έναν ολόκληρο τρόπο υπάρξεως. «Ἡ ζωὴ ὑμῶν κέκρυπται σὺν τῷ Χριστῷ ἐν τῷ Θεῷ», γράφει ο Παύλος.
Το κρυμμένο εδώ δεν είναι το ασήμαντο. Είναι εκείνο που έχει παραιτηθεί από την απαίτηση να αποδεικνύει διαρκώς την αξία του μέσω της αναγνωρίσεως.
Ο Αθανάσιος δεν έφτιαξε γύρω του σχολή, δεν καλλιέργησε την εικόνα του χαρισματικού γέροντα, δεν συγκρότησε μια πνευματική αυλή που να πιστοποιεί καθημερινά τη σημασία του.
Έζησε μέσα σε εκείνη την παλαιά εκκλησιαστική αντίληψη κατά την οποία ο πνευματικός πατέρας δεν γεννά ανθρώπους για να τους κρατήσει γύρω του. Τους γεννά για να μπορέσουν κάποτε να σταθούν χωρίς αυτόν.
Ζούμε σε έναν πολιτισμό όπου ακόμη και η καλοσύνη δυσκολεύεται να υπάρξει εάν δεν καταγραφεί. Η αγαθοεργία χρειάζεται φωτογραφία, η συμπόνια δημόσια δήλωση, η προσωπική δοκιμασία αφήγηση, ακόμη και η πνευματικότητα κινδυνεύει να γίνει μια επιμελημένη εκδοχή του εαυτού που προσφέρεται προς κατανάλωση.
Ο Αθανάσιος κινήθηκε προς την αντίθετη κατεύθυνση.
Όχι από περιφρόνηση προς τον κόσμο αλλά από μια πολύ βαθύτερη καχυποψία απέναντι στο εγώ όταν αυτό επιχειρεί να ιδιοποιηθεί ακόμη και την αρετή του.
Γνώριζε εμπειρικά κάτι που η ασκητική παράδοση γνώριζε από αιώνες: ότι μπορεί κανείς να παραιτηθεί από χρήματα, απολαύσεις και αξιώματα και να παραμένει απολύτως αιχμάλωτος του εαυτού του.
Η τελευταία ιδιοκτησία του ανθρώπου είναι η εικόνα που έχει για την αγαθότητά του. Και η πιο δύσκολη ακτημοσύνη αρχίζει όταν παύει να του ανήκει ακόμη και το καλό που έκανε. Γι’ αυτό ο Αθανάσιος δεν ενδιαφέρεται απλώς να είναι καλός.
Αγωνίζεται να μη χρειάζεται να γνωρίζει ο άλλος ότι εκείνος υπήρξε καλός.
Κάπου κοντά στη Νερατζιώτισσα ζούσε μια παράλυτη ηλικιωμένη γυναίκα, μόνη και ανήμπορη. Οι άνθρωποι που την επισκέπτονταν δεν μπορούσαν να καταλάβουν ποιος καθάριζε το σπίτι της, ποιος της μαγείρευε, ποιος έπαιρνε τα λερωμένα ρούχα και τα επέστρεφε πλυμένα και σιδερωμένα. Παραφύλαξαν. Και τότε είδαν τον παπα-Αθανάσιο. Ερχόταν κρυφά, καθάριζε, μαγείρευε, μάζευε τα άπλυτα και τα έπαιρνε μαζί του.
Όταν κατάλαβε ότι τον ανακάλυψαν, στενοχωρήθηκε και τους ζήτησε να μη μιλήσουν όσο ζούσε. Αυτή η λεπτομέρεια αλλάζει ολόκληρο το περιστατικό. Αν ήθελε απλώς να βοηθήσει μια φτωχή γυναίκα, θα αρκούσε η βοήθεια. Εκείνος ήθελε και κάτι δεύτερο: να απουσιάζει ο ίδιος από την αφήγηση της βοήθειας. Σχεδόν να συμβεί το καλό χωρίς συγγραφέα. Εδώ η άσκηση αγγίζει το χριστολογικό της όριο. «Ἑαυτὸν ἐκένωσεν».
Η κένωση δεν σημαίνει αυτοπεριφρόνηση, ούτε εξαφάνιση της προσωπικότητας. Σημαίνει ότι το εγώ παύει να απαιτεί να βρίσκεται στο κέντρο κάθε σχέσεως. Ο άλλος δεν γίνεται το σκηνικό επάνω στο οποίο θα αποδείξω την αρετή μου. Παραμένει άλλος. Και η αγάπη γίνεται αληθινή όταν μπορώ να του δώσω κάτι χωρίς να του δημιουργήσω το χρέος να με θαυμάσει επειδή του το έδωσα.
Το 1942 αυτό το Ευαγγέλιο απέκτησε ακόμη σκληρότερη υλικότητα. Η Αθήνα πεινούσε. Μια άρρωστη γυναίκα, βλέποντας μέσα στην εξάντλησή της ένα μικρό Ευαγγέλιο δίπλα στο προσκέφαλό της, το πέρασε για κομμάτι ψωμί και ψιθύρισε την επιθυμία της να είχε λίγο.
Ο Αθανάσιος βρήκε λευκό ψωμί και ξεκίνησε μέσα στο χιόνι για να το μεταφέρει σε εκείνη και σε άλλη ασθενή. Γύρισε κατάκοπος, παγωμένος και πεινασμένος. Δεν ξέρω αν μπορεί να γραφτεί καλύτερο σχόλιο στην Ενανθρώπηση από αυτό το περπάτημα μέσα στο χιόνι. Επειδή εδώ η θεολογία αρνείται να προστατευθεί μέσα στις έννοιές της.
Ο πεινασμένος δεν χρειάζεται μια μεταφορά περί του «ἄρτου τῆς ζωῆς». Χρειάζεται ψωμί. Ο παράλυτος δεν χρειάζεται μια πραγματεία περί ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Χρειάζεται κάποιον να του αλλάξει το σεντόνι. Ο Θεός του χριστιανισμού δεν σώζει τον άνθρωπο από απόσταση.
Προσλαμβάνει σάρκα, πεινά, διψά, κουράζεται, αγγίζει σώματα. Γι’ αυτό η φροντίδα του σώματος του άλλου δεν αποτελεί κατώτερη βαθμίδα μιας δήθεν υψηλότερης πνευματικότητας. Μετά την Ενανθρώπηση, το σώμα του άλλου είναι τόπος θεολογίας.
Πατέρας δεν είναι εκείνος που απαιτεί από τον άλλον να παραμένει παιδί για να μπορεί ο ίδιος να παραμένει αναγκαίος. Αυτή είναι η παθολογία της πατρότητας, κοσμικής και εκκλησιαστικής. Η αληθινή πατρότητα εργάζεται για μια αποχώρηση. Δίνει νόμο χωρίς να συντρίβει την επιθυμία, προσφέρει παρουσία χωρίς να καταλαμβάνει ολόκληρο τον ορίζοντα, συνοδεύει χωρίς να μετατρέπει τη συνοδεία σε εξάρτηση. Ακόμη και ο Χριστός λέει στους μαθητές κάτι τρομακτικό: «συμφέρει ὑμῖν ἵνα ἐγὼ ἀπέλθω».
Πρέπει να φύγει ώστε εκείνοι να μπορέσουν να σταθούν μέσα στην ελευθερία του Πνεύματος. Αυτή είναι η βαθύτερη δομή κάθε αληθινής πατρότητας. Δεν λέει «χωρίς εμένα δεν μπορείτε». Λέει, με τον τρόπο της ζωής της, «δεν σας θέλω δικούς μου». Και ο Αθανάσιος, που είχε ανθρώπους να τον αναζητούν, να εξομολογούνται, να ακουμπούν επάνω του τις αγωνίες τους, δεν φαίνεται να κατασκεύασε από αυτή την ανάγκη μια προσωπική εξουσία.
Ο πνευματικός του λόγος οδηγούσε αλλού. Ο πατέρας υποχωρεί για να μη συγχέεται ποτέ το πρόσωπό του με Εκείνον προς τον οποίο δείχνει.
Τα τελευταία χρόνια της ζωής του τα πέρασε στη Φανερωμένη της Ροδόπολης. Εκεί η κίνηση της αποσύρσεως γίνεται σχεδόν γεωγραφία. Από τη Νερατζιώτισσα, μέσα στον κόσμο του Αμαρουσίου, προς το ησυχαστήριο. Όχι όμως ως φυγή ενός ανθρώπου που κουράστηκε από τους άλλους. Η ησυχία στην ορθόδοξη εμπειρία δεν αποτελεί άρνηση της σχέσεως αλλά κάθαρσή της.
Αποσύρεσαι όχι επειδή δεν αντέχεις τον άλλον, αλλά για να πάψεις να τον χρησιμοποιείς ως καθρέφτη του εαυτού σου. Εκεί εκοιμήθη στις 17 Αυγούστου 1967. Και δεκαετίες αργότερα συνέβη κάτι σχεδόν ειρωνικό με την πιο βαθιά εκκλησιαστική έννοια: ο άνθρωπος που είχε περάσει τη ζωή του κρύβοντας το καλό του φανερώθηκε. Τον Νοέμβριο του 2023 η Εκκλησία τον ενέγραψε επισήμως στο Αγιολόγιό της.
Η αγιοκατάταξη δεν του προσέθεσε αγιότητα, όπως ένας κρατικός τίτλος προσθέτει ιδιότητα σε κάποιον. Αναγνώρισε αυτό που είχε ήδη συμβεί. Και γι’ αυτό η λέξη «Φανερωμένη», ο τόπος της τελευταίας του κατοικίας, αποκτά χωρίς να το επιδιώκουμε μια παράξενη ακρίβεια: φανερώθηκε τελικά εκείνος που είχε μάθει να κρύβεται.
Σήμερα δεν με ενδιαφέρει τόσο να απαριθμήσω θαύματα του Οσίου Αθανασίου. Με ενδιαφέρει περισσότερο εκείνη η νυχτερινή διαδρομή προς το σπίτι της παράλυτης γυναίκας. Τα άπλυτα που κουβαλούσε χωρίς να τον βλέπει κανείς. Το ψωμί μέσα στο χιόνι.
Η σιωπή που απαίτησε όταν τον ανακάλυψαν. Και, ναι, εκείνο το άρρωστο βρέφος του 1934 που βάπτισε στο Μαρούσι και που αργότερα μια ολόκληρη χώρα θα γνώριζε ως Αλίκη.
Γιατί όλα αυτά, τόσο διαφορετικά μεταξύ τους, συναντώνται σε ένα σημείο. Ο Αθανάσιος βρισκόταν στις ζωές των ανθρώπων χωρίς να ζητά να γίνει το κέντρο τους. Αυτό είναι σπανιότερο από όσο νομίζουμε και θεολογικά δυσκολότερο από όσο ακούγεται.
Αγαπώ δεν σημαίνει σε καταλαμβάνω, σε διορθώνω, σε κάνω όμοιό μου ή εξασφαλίζω μια θέση μέσα στην ιστορία σου. Σημαίνει ότι μπορώ να υπηρετήσω την επιθυμία σου να ζήσεις και ύστερα να κάνω χώρο.
Ο Όσιος Αθανάσιος πέθανε πριν από πενήντα εννέα χρόνια. Και η Εκκλησία τον φέρνει τώρα μπροστά μας όχι για να θαυμάσουμε έναν άνθρωπο που κατόρθωσε να γίνει εξαιρετικός, αλλά για να μας θυμίσει κάτι πολύ πιο δύσκολο: ότι ο άγιος αρχίζει να γίνεται ορατός ακριβώς όταν έχει πάψει να αγωνιά μήπως δεν τον δει κανείς.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου